του Χρήστου Γιανναρά
ΟΡΘΙΟ ΜΑΛΛΙ, ΚΟΚΚΑΛΩΜΕΝΟ, ΞΥΡΙΣΜΕΝΟΙ ΚΡΟΤΑΦΟΙ, μαύρο γυαλί, πρόσωπο δίχως βλέμμα. Μπουφάν κατάστιχτο μεταλλικές αιχμές, κολλητό παντελόνι. Τόπος συνάθροισης πάντοτε κάποια θύρα. Θύρα 7, θύρα 9, θύρα 14.
Η θύρα μυρίζει αχνιστό αίμα, όμως η συνάθροιση εκεί «και τα μυαλά στο κάγκελο». Να χτυπηθούν με τη μάζωξη μιας άλλης θύρας, να χτυπηθούν για το τίποτα — μόνο για να δηλώσουν με πράξη ότι κάθε θύρα ανοίγει στο κενό, είναι άνοιγμα στο τίποτα. Η ώρα του αγώνα μυσταγωγία. Αδιάφοροι για το θέαμα — δεν ενδιαφέρουν τα γκολ, ούτε περιμένουν νίκη. Κοπαδιαστά, πιασμένοι από τους ώμους, χοροπηδούν πάνω στις κερκίδες χορεύοντας την απόγνωση. Η καταστροφή παραμονεύει να ξεχυθεί σαν πυρετός μέσα από αυτή τη λατρεία του κενού. Οι δηλωσίες της απόγνωσης θα ξεχυθούν στους δρόμους, τρόμος και φόβος καταστροφής κάθε εξωραϊσμένης προθήκης των δικών μας φανταχτερών συμβάσεων.
Περιθωριακή πρωτοπορία της απεγνωσμένης νεολαίας σήμερα. Γιατί θέλω να μιλήσω μαζί τους την Ανάσταση; Για να βρω γλώσσα πραγματική, γλώσσα που να ανατριχιάζει στην ψηλάφηση της αμεσότητας. Για τους πολλούς, τους καλοβολεμένους αστούς, εμάς τους τακτοποιημένους μπροστά στη βραδινή τηλεόραση, έρμαια επιλογής της πιο αποτελεσματικής οδοντόπαστας, του πιο δραστικού απορρυπαντικού, του πιο κατακτητικού αρώματος, για μας η γεύση του θανάτου απωθημένη, η αίσθηση της Ανάστασης απροσπέλαστη. Ρημαγμένοι αστοί, ψυχές επίπεδες, σιδερωμένες από τα καθημερινά πρωτοσέλιδα των παραισθησιογόνων της πολιτικής, χαρτοκοπτικές φιγούρες της καλοφαγίας, των προοδευτικών ιδεών και των signé αμφιέσεων, δεν υπάρχει θύρα για μάς, δεν υπάρχει άνοιγμα στο κενό, στη γεύση του θανάτου. Γι’ αυτό και λογαριάζουμε την Ανάσταση του Χριστού ρομαντικό παραμύθι ή έστω νοηματικό σύμβολο, κάτι ανάλογο με τον νεκρό Άδωνι και την ανοιξιάτικη αφύπνιση του, κάποια υποτύπωση ελπίδας ότι ο τροχός της τυχαιότητας θα γυρίζει πάντα σε καλύτερες μέρες.
Πάσχα των αστών, Πάσχα της ανεπίγνωστης νέκρας, δίχως απόγνωση θανάτου και γι’ αυτό δίχως ρίγος Ανάστασης. Σας είδα χθες στον Επιτάφιο, διαλέξατε καλό μαγαζί με ρομαντική χορωδία και γερούς μπάσους στο Αι γενεαί πάσαι. Μείνατε για λίγο στην περιφορά αντί για το σινεμά που θα διασκέδαζε εξίσου την κορεσμένη πλήξη σας. Θα σας δω κι απόψε για λίγα λεπτά στον περίβολο της εκκλησιάς, με ένα άσπρο κερί για το έθιμο, σαν εκτοπλάσματα του τόπου που σας γέννησε, άσχετοι τουρίστες στο πανηγύρι της αναστάσιμης χαράς, δίχως σταυροκόπημα, γιατί δεν ταιριάζει σε σας τους προοδευτικούς. Σας αγαπώ, θλιβεροί μου φίλοι, μα μυρίζετε πτώμα κι ο νους σας λάσπωσε σε μόνη την αναμονή της μαγειρίτσας. Με σας αποκλείεται να συνεννοηθώ για την Ανάσταση, την Ανάσταση την ψηλαφητή και χειροπιαστή που είναι ζωή αιώνια.
Θέλω τα συντρόφια της περιθωριακής απόγνωσης, αυτούς τους καβαλάρηδες του θανάτου, της σούζας, της κόντρας, να μιλήσω μαζί τους με τη γλώσσα του θανάτου το ρίγος της Ανάστασης. Και τα μυαλά στο κάγκελο.
Ξέχνα το δάσκαλο, φίλε, που σου έμαθε τα αρχαία ελληνικά του ψυγείου. Κάνε απόψυξη στη γλώσσα σου και ρούφα το μέλι από τα λόγια που θα σου πω:
Λοιπόν, «οὐδέν ἰσχυρότερον τῆς ἀπογνώσεως. Αὕτη οὐ γιγνώσκει ἡττηθῆναι ὑπό τινος. Ὅτε ὁ ἄνθρωπος ἐν τῇ διανοίᾳ ἑαυτοῦ κόψει τήν ἐλπίδα ἐκ τῆς ζωῆς αὐτοῦ, οὐδέν θαρσαλεώτερον. Καί οὐκ ἔστι θλίψις ἧς τινος ἡ φήμη ἐξασθενῆσαι τό φρόνημα αὐτοῦ ποιεῖ. Διότι πᾶσα θλίψις γινομένη, ὑποκάτωθεν τοῦ θανάτου ἐστί. Καί αὐτός ἔκυψε δέξασθαι καθ᾿ ἑαυτοῦ τόν θάνατον».
Άκουσες; Καμιά θλίψη δεν μετράει κάτω από τη σύνθλιψη στη θύρα 7, όταν συνειδητά «κύψεις δέξασθαι κατά σεαυτοῦ τόν θάνατον». «Οὐδέν θαρσαλεώτερον», φίλε, από τη συνειδητή απόγνωση. Πίσω από το μαύρο γυαλί, στον ίλιγγο της σούζας με τη μηχανή, λάμπει ο απελπισμός σου. Απελπισμός για την πτωμαΐνη της καταναλωτικής ευζωίας, αηδία και απελπισμός για τον φανατισμό και τη στράτευση των μικρονοϊκών στο σιχαμερό πια πολιτικό παιχνίδι. Απόγνωση από την ψευτιά των «προοδευτικών», τα σημαδεμένα τραπουλόχαρτα της φτηνής ανάγκης να ζητιανεύεις αναγνώριση και επιτυχία. Μείνε απελπισμένος, φίλε, εκεί, στη θύρα της επαναστατημένης άρνησης. Θύρα του μνημείου και, δεν μπορεί, κάποια στιγμή θα δεις έκθαμβος «τόν λίθον ἀποκυλισθέντα ἀπό τῆς θύρας τοῦ μνημείου». Εσύ έξω από τη θύρα και, μέσα, ψηλαφητά ζωντανός, με σημάδια θανάτου στις παλάμες και στην πλευρά, Αυτός που σε έχει ερωτευθεί τρελλά, εσένα, μοναδικά και ανεπανάληπτα. Μέσα από τη θύρα εσύ, υποκάτωθεν του θανάτου, κι απ᾿ έξω η ζωοποιός δύναμη του Εραστή σου και η φωνή Του ρομφαία έγερσης: «Λάζαρε, δεῦρο ἔξω!»
Να πεις τη ζωή και το θάνατο, να φτάσεις στο μεδούλι της ύπαρξης με τις 200 λέξεις των περιθωριακών της απόγνωσης; Ναι, δεν υπάρχει άλλη γλώσσα, βοήθεια! Λέξεις παχυλές, λιπαρά νοήματα σαν καταστολισμένες λαμπάδες και σοκολατένια αυγά και ξέχειλες μαγειρίτσες δεν χωράνε την Ανάσταση. Ποιοι μας «προάγουν», ποιοι μας οδηγούν στην Ανάσταση; Τελώνες, πόρνες, ληστές και άσωτοι, οι περιθωριακοί της απόγνωσης. «Οὐκ ἦλθον καλέσαι δικαίους, ἀλλά ἁμαρτωλούς εἰς μετάνοιαν». Βγάλτε και τη μετάνοια από την κατάψυξη, φίλοι. Δεν σημαίνει μετάνοιωμα, σημαίνει Ανάσταση: Να αλλάξει ο νους, να καταλαβαίνει τη ζωή με τα μέτρα της ζωής, τα μέτρα του έρωτα, όχι σαν βιολογική επιβίωση. Ο δίκαιος καταλαβαίνει για ζωή τη νομικίστικη αρετή του, ο προοδευτικός τη φαντασιωσική του υστερία για βελτιώσεις της θνητής επιβίωσης. Κοινωνικοί στόχοι, δικαιώματα, οικονομική ανάπτυξη, κολοκύθια στο πάτερο μπροστά στο θάνατο. Μόνο ο απελπισμένος απ᾿ όλα καταλαβαίνει για ζωή τη ζωή: Να είσαι εσύ, μοναδικός και ανεπανάληπτος, αέναα ερωτευμένος με τον Νυμφίο, τον νυμφαγωγό της ζωής, που ανέλαβε θάνατο σταυρικό, από παράφορα έρωτα για κάθε απεγνωσμένον. Και ανέστη εκ νεκρών, γιατί μετάπλασε και τον βιολογικό θάνατο σε προσωπικό έρωτα. Η δική σου αμοιβαιότητα στον ερωτά του είναι επίσης ανάσταση, ζωή πέρα από χρόνο, χώρο και φθορά. Ακούς; Υπάρχουμε όχι όσο λειτουργούν τα βιολογικά μιας κύτταρα, αλλά όσο ατελείωτα διαρκεί ο ερωτάς μας. Ακούς; Δέν θά πεθάνουμε ποτέ, κουφάλα νεκροθάφτη!
Πέρα από τις 200 λέξεις της απεγνωσμένης νέκρας αρχίζει ο διάλογος της Σόνιας της πόρνης με τον Ρασκόλνικοφ, τον «προοδευτικό» φονιά στο Έγκλημα και Τιμωρία. Του διαβάζει η Σόνια στο κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο την ανάσταση του Λαζάρου. Διάλογος φονιά με πόρνη και το θέμα —ποιο άλλο;— η Ανάσταση.
Συχωράτε με, φίλοι, αλλά η Ανάσταση δεν είναι για μας τους βολεμένους, με τις σίγουρες ιδεολογικές πεποιθήσεις, το βιβλιάριο επιταγών στην τσέπη, τις ελπίδες στο κόμμα και στις προοπτικές κοινωνικών μεταλλαγών. Λογαριάζουμε για πραγματικό αυτό που μας πληροφορούν οι απατηλές μας αισθήσεις και η διαλεκτική μας οξύνοια. Θλιβερές μαριονέττες των βιολογικών μας λειτουργιών, ξέρουμε για θάνατο μόνο το ευθύγραμμο καρδιογράφημα, γι᾿ αυτό και δεν υποψιαζόμαστε τίποτα για τη ζωή.
Μόνο εκεί, στις θύρες της απόγνωσης, στη θύρα του μνημείου, που χάσκει ανοιχτή όπως το στόμα του κήτους, σε κείνη την κόψη ανθοβολεί η Ανάσταση: ο αναστημένος πατάει με το θάνατο το θάνατο —θανάτῳ θάνατον πατήσας— και βεβαιώνει πώς μοναδικό σημάδι της Ανάστασης, μοναδικό «σημεῖον», είναι η κάθοδος στον Άδη, στην κοιλία του κήτους, στα βάθη της αβύσσου — μοναδικό σημείο ο Ιωνάς. Ξέρετε τον Ιωνά, φίλοι μου; Θα χαρώ πολύ να σας κάνω τις συστάσεις: Μέγα Σάββατο πρωί, ραντεβού με τον Ιωνά στον Μέγα Εσπερινό. Έτσι: πρωί στον εσπερινό, βγάζοντας τη γλώσσα στη γραμμική διαδοχή του χρόνου.
Φίλοι μου, ποιος αλήθεια σας πρωτομίλησε για το Θεό; Σίγουρα σας τον περάσαμε για σιγουριά, τόσο θωρακισμένη όσο και όλες οι νεκρές έννοιες της λογικής μας. Κάτι σαν υπέρτατο μπάτσο, εγγύηση της έννομης αποχαύνωσης, με κλομπ που κοπανάει κατακέφαλα κάθε ατίθαση παρεκτροπή της σάπιας ηρεμίας μας.
Όμως εσείς, παιδιά του Ιωνά, βγαλμένα μέσα από την κοιλιά του κήτους, απλώστε τα χέρια και ψηλαφίστε στη θύρα της απόγνωσης το μοναδικό έγκυρο σημάδι: Ο Θεός είναι αβεβαιότητα, ο Θεός είναι ρίσκο, γνωρίζουμε το Θεό παλεύοντας μια σχέση, όχι κατανοώντας ένα νόημα. Πετάξτε την έννοια, κρατήστε το όνομα — μιλάμε για επώνυμο έρωτα, όχι για φαντάσματα νοημάτων. Δεν σας λέω το Όνομα, φοβάμαι μη σας το σερβίρω σαν ιδέα. Ελάτε να χορέψουμε, χοροπηδώντας κοπαδιαστά με τους πεθαμένους, που είναι πιο ζωντανοί από τους ζωντανούς, τους δικούς μας εγγύτατους ζωντανούς της ζωτικής απόγνωσης, να τραγουδήσουμε το όνομα που ανέστη στη δική μας μάζωξη, στη δική μας θύρα, τη θύρα του μνημείου. Όσοι γεύτηκαν το τι θα πει «ὑποκάτωθεν τοῦ θανάτου», όλοι όσοι ζουν, γιατί συνειδητά παραιτήθηκαν από τις παρηγοριές των ψευδαισθήσεων, όλοι θα είναι εκεί. Οι περιθωριακοί πρωτοπόροι, ληστές, πόρνες, τελώνες και άσωτοι, αναστημένοι όλοι στο πανηγύρι του έρωτα για τον Αναστημένο. Όλοι οι απελπισμένοι από όλα, θα χορέψουμε την Ανάσταση, θα χορέψουμε την απόγνωση που ανθοβολάει ζωή μεταλλάζοντας το θάνατο σε έρωτα.
Το γλέντι θα αρχίσει αργά, όταν σκορπίσουν τα τουριστικά εκτοπλάσματα της ανέορτης εθιμοτυπίας, οι χοντρονοικοκυραίοι, που θα ᾿ρθουν εκεί μόνο σαν για απεριτίφ πριν από τη μαγειρίτσα ή οι ασταυροκόπητοι προοδευτικοί, πιο πεθαμένοι κι απ᾿ τους πεθαμένους. Να σκορπίσουν αυτοί, οι παρασιτικοί, και θα αρχίσει το γλέντι, το πανηγύρι της Ανάστασης.
Ραντεβού, φίλοι, στη δική μας θύρα, εκεί που μοσχοβολάει ανάσταση. Μέρα όγδοη της Κυριακής, ραντεβού στην Ανάσταση.