Ὁ Γερο-Εὐθύμιος «ἔβαλε» πολύ μεγάλη προαίρεση στήν ἀναζήτηση τοῦ Θεοῦ.

Κάθε ἡμέρα «ἔβαζε ἀρχή μετανοίας» καί ποτέ δέν ἀπέκαμνε στό πνευματικό ἔργο.

Ὅπως γράφεται στό Γεροντικό: «Αὐτή εἶναι ἡ δύναμη τῶν Ἁγίων· ὅταν πέφτουν νά μήν ἀποκάμνουν (νά μήν ἀπελπίζονται) ἀλλά νά βάζουν πάλι ἀρχή». Ἡ ἀπελπισία, ἡ ἀπόγνωση, ἡ παραίτηση ἀπό τόν πνευματικό ἀγῶνα, εἶναι τό ἰσχυρότερο ὅπλο τοῦ πονηροῦ, μέ τό ὁποῖο πολεμᾶ τόν ἀγωνιστή Χριστιανό.

Ἅγιος τελικά πετυχαίνει νά γίνει αὐτός πού δέν ἀπελπίζεται καί ὄχι αὐτός πού δέν πέφτει. Σιγά-σιγά βέβαια, μέ τήν βοήθεια τῆς Θείας Χάρης ὁ ἄνθρωπος φθάνει νά μήν πέφτει, νά μήν ἁμαρτάνει. Ἀλλά γιά νά φθάσει σ’ αὐτό τό μέτρο θά πρέπει νά μήν ἀποκάμνει ὅταν πέφτει, νά μήν ἀπελπίζεται, νά ἔχει αὐτήν τήν «δύναμη τῶν ἁγίων»

Ἅγιος γίνεται αὐτός πού σηκώνεται μετά τήν ἁμαρτία καί συνεχίζει μέ περισσότερη ταπείνωση καί λιγότερη αὐτοπεποίθηση τόν πνευματικό του ἀγῶνα, μέχρι νά φτάσει μέ τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ νά μήν ἁμαρτάνει.

Μαθαίνει μέσα ἀπό τίς πτώσεις του νά μήν ἐμπιστεύεται καθόλου τόν ἑαυτό του, ἀλλά νά ἔχει μία τέλεια πεποίθηση στόν Θεό. Ὁ ἄνθρωπος αὐτός δέν ἔχει τήν αἴσθηση ὅτι εἶναι προχωρημένος πνευματικά καί ξαφνικά ὀπισθοδρόμησε (λόγῳ τῆς ὅποιας πτώσης του), ἀλλά ἀντίθετα ἔχει τήν αἴσθηση ὅτι ἀκόμη δέν «ἔβαλε ἀρχή».

Μᾶς λέγουν οἱ ἅγιοι Πατέρες ὅτι μ’ αὐτό τό αἴσθημα πρέπει νά ζοῦμε: Δηλ. μέ τό αἴσθημα ὅτι δέν ἔχουμε κάν ξεκινήσει νά μετανοοῦμε.

Μπορεῖ ἄραγε ὁ ἄνθρωπος κάθε ἡμέρα νά «βάζει ἀρχή;»

Καί ἀπάντησε ἕνας μεγάλος Γέροντας, ὁ Ἀββᾶς Σιλουανός: «Ἐάν εἶναι ἀληθινός ἐργάτης (τοῦ Εὐαγγελίου) μπορεῖ κάθε στιγμή νά βάζει ἀρχή»[48].

Χαρακτηριστικὴ εἶναι καὶ ἡ προσευχὴ τοῦ ἀββᾶ ᾿Αρσενίου: «Θεέ μου, Θεέ μου, μή μέ ἐγκαταλείπεις, διότι τίποτα τό καλό δέν ἔκανα· ἀλλά δός μου σύμφωνα μέ τήν ἀγαθότητα καί τήν ἐπιεικειάν Σου τήν Χάρη Σου, ὥστε νά βάλω ἀρχή (μετανοίας)»[49]. Αὐτούς τούς Ἁγίους μιμήθηκε ὁ Γέροντας Εὐθύμιος. Γι’αὐτό ἀκριβῶς καί ὑψώθηκε τόσο πολύ πνευματικά.

Καθημερινά ἀσκοῦσε αὐτήν τήν ἅγια εὐαγγελική βία στόν ἑαυτό του[50], μή θεωρώντας ὅτι ἔχει προοδεύσει ἔστω καί λίγο. Ἀντίθετα ζοῦσε κάθε στιγμή σάν ἕνας πρωτάρης·  σάν νά ξεκινοῦσε ἐκείνη τήν στιγμή τήν πνευματική του ζωή. Ἔλεγε κάθε ἡμέρα στόν ἑαυτό του αὐτό πού ἔλεγε καί ὁ Μέγας Ἀρσένιος:

-«Διό ἐξῆλθες;», δηλ. «Γιά ποιό λόγο βγῆκες ἀπό τόν κόσμο;»[51].

 

Ἀπόσπασμα ἀπό τό Βιβλίο: Ἱερομονάχου Σάββα,<<Ἕνας ἀπό τούς τελευταίους>>.

ΠΗΓΗ ΑΝΑΒΑΣΕΙΣ

 

Leave a Reply

  • (not be published)