Στην πόλη Θίσβη, κοντά στη Γαλιλαία, είχε γεννηθεί ο ευσεβής Τωβίτ. Καταγότανε από τη φυλή του Νεφθαλίμ.

Ήτανε ένας άνθρωπος πιστός στον αληθινό Θεό, τον Θεό των πατέρων του, και ζούσε σύμφωνα με το θείο θέλημα, με τις προσευχές και τις νηστείες του, μα κυρίως με τις ελεημοσύνες του. Με τη σύζυγό του Άννα, από την ίδια φυλή, είχαν αποκτήσει έναν γιο, τον Τωβία. Και τώρα ακόμη, στη βαβυλώνια αιχμαλωσία, όταν οι πιο πολλοί Ισραηλίτες είχανε ξεχάσει τον Θεό τους και λατρεύανε τον Βάαλ, και τώρα ακόμη ο Τωβίτ κι η οικογένειά του μείνανε πιστοί στην πατρική τους θρησκεία, στον μόνο αληθινό Θεό.

Στη Νινευή, όπου τώρα πια κατοικούσαν, ο βασιλιάς εκτίμησε τον εργατικό, τον έξυπνο, τον έντιμο Ισραηλίτη και του έδωσε μια σπουδαία, μια τιμητική θέση: τον έκανε προϊστάμενο, προμηθευτή της βασιλικής αυλής. Κέρδιζε πολλά χρήματα ο Τωβίτ και οι κρυφές του ελεημοσύνες γίνονταν όλο και πιο πολλές.

Σ΄ ένα ταξίδι τους στους Ράγους της Μηδίας συνάντησε τον συγγενή του, τον Γαβαήλ. Είχε μαζί του ο Τωβίτ πολλά χρήματα και για να μην τα κουβαλάει όλα –ήταν χρυσά, αργυρά, χάλκινα και είχαν, όπως φαίνεται, μεγάλο βάρος – σκέφτηκε ν΄ αφήσει ένα μέρος απ΄ αυτά στον Γαβαήλ, να του τα φυλάξει. Του άφησε, λοιπόν, χρήματα που άξιζαν 10 χρυσά τάλαντα, πήρε μιαν απόδειξη ότι ήτανε δικά του και τα κρατούσε ο Γαβαήλ και γύρισε πίσω στον τόπο του.

Όταν πέθανε ο βασιλιάς, ο διάδοχός του δεν επέτρεπε στους Εβραίους να ταξιδεύουν έξω απ΄ τη χώρα.

Ο Τωβίτ συνέχισε τις προσευχές και τις ελεημοσύνες του και, όταν μάθαινε πως σκοτωνόταν κάποιος Εβραίος, πήγαινε κι έπαιρνε το νεκρό σώμα και το έθαβε, σύμφωνα με τις εντολές της θρησκείας του. Αυτό όμως το απαγόρευαν οι βασιλικές διαταγές. Βρέθηκαν λοιπόν κάποιοι που τον πρόδωσαν στον νέο βασιλιάς. Έτσι ο Τωβίτ, με την Άννα και τον Τωβία, έφυγαν μακριά από τον κίνδυνο και ξαναγύρισαν στη Νινευή μόνον όταν κάποιος σκότωσε τον νέο βασιλιά. Και πάλι ο καλός Τωβίτ συνέχισε τις ελεημοσύνες του. Συνέχισε να θάβει με ευλάβεια τους νεκρούς.

Περνούσε ο καιρός. Ο Τωβίας έγινε ολόκληρο παλικαράκι. Ο Τωβίτ γερνούσε, χωρίς όμως να πάψει να ελεεί, όσο μπορούσε πια, μιας και τα χρήματά του τελείωναν. Συνέχιζε να θάβει τους νεκρούς. Μια μέρα, μάλιστα, ήταν καλεσμένος σε τραπέζι και μόλις κάθισε κι άρχισε να τρώσει, κάποιος έφερε είδηση για έναν νεκρό. Άφησε το τραπέζι ο Τωβίτ κι έτρεξε να θάψει τον νεκρό, ενώ οι άλλοι γύρω του τον κορόιδευαν.

Τα χρήματά του τελείωσαν. Τον βρήκε κι άλλο κακό. Έχασε το φως του!

Προσευχήθηκε θερμά στον Κύριο. Ύστερα κάλεσε ο τυφλός Τωβίτ τον γιο του, τον Τωβία. «Παιδί μου», τουΤΩΒΙΤ είπε, «πρέπει να πας στους Ράγους της Μηδίας. Εκεί ο συγγενής μας Γαβαήλ, φυλάει μιαν ολόκληρη δική μας περιουσία. Βρες, λοιπόν, κάποιον που να ξέρει τον δρόμο, να πας μαζί του, κι εμείς θα τον πληρώσουμε για τον κόπο του».

Βγήκε ο Τωβίαςστην πόλη, έψαξε και πολύ γρήγορα βρήκε τον κατάλληλο άνθρωπο.

– Πατέρα, βρήκα αυτόν που θα με συνοδεύσει ως τη Μηδία.

– Παιδί μου, είναι μακρύς κι επικίνδυνος ο δρόμος. Βουνά, ποτάμια, θηρία, ληστές… Βρήκες τον κατάλληλο άνθρωπο;

– Θα σου τον φέρω, πατέρα, να μιλήσεις μαζί του. Εϊναι καλός και γεροδεμένος. Σίγουρος συνοδός.

Πού να ξέρουν πατέρας και γιος, ότι ο γεροδεμένος νέος άνθρωπος ήταν ο ίδιος ο αρχάγγελος Ραφαήλ.

Έφερε ο Τωβίας τον καλό άνθρωπο στον πατέρα του.

– Ξέρεις τον δρόμο για τους Ράγους της Μηδίας;

– Ναι, τον ξέρω και με χαρά θα συνοδεύσω το παιδί σου. Μην ανησυχείς για τίποτε.

– Θα πάτε στον συγγενή μου Γαβαήλ.

– Στον Γαβαήλ; Τον γνωρίζω! Ξέρω το σπίτι και την οικογένειά του.

– Σ΄ ευχαριστώ! Κι όταν γυρίσετε, θα σε πληρώσω πολύ καλά για τον κόπο σου.

Πήρε ο Τωβίας την απόδειξη των χρημάτων και τη φύλαξε στον κόρφο του. Την ίδια μέρα κιόλας ξεκίνησαν για το μακρινό ταξίδι. Μαζί τους, χοροπηδώντας πότε πίσω τους και πότε τρέχοντας μπροστά, πήγαινε και ο πιστός σκύλος του Τωβία. Περάσανε λαγκάδια και ρεματιές και κάποια μέρα φτάσανε στον μεγάλο ποταμό, τον Τίγρη. Καλό θα ήτανε να έπιαναν κανένα ψάρι, να τρώγανε, να παίρναν δύναμηγια τον υπόλοιπο δρόμο.

Μ΄ αυτές τις σκέψεις μπήκε ο Τωβίας στα ρηχά του ποταμού, μα ένα πολύ μεγάλο ψάρι όρμησε να τον δαγκώσει. Με τη βοήθεια του δυνατού συνοδού του ο Τωβίας κατάφερε να το βγάλει απ΄ το νερό. Εκεί, το χτύπησε με το μαχαίρι κι άρχισε να το κόβει.

– Πρόσεξε, του είπε ο συνοδός του. Βγάλε με προσοχή την καρδιά, το συκώτι και τη χολή του ψαριού. Φύλαξέ τα. Θα σου Τωβιτ 1χρειαστούν.

Συνηθισμένος στην υπακοή ο Τωβίας, έκανε ό,τι του είπε ο καλός άνθρωπος. Ύστερα τεμάχισε το ψάρι, το έψησε κι εκεί, στηνακροποταμιά, κάθισαν και έφαγαν και πήραν δύναμη.

Έφτασαν στους Ράγους της Μηδίας. Ο Γαβαήλ χάρηκε πολύ όταν είδε το παιδί του ξαδέλφου του, πόσο καλό παλικάρι έγινε. Σκέφτηκε: «Τι καλά θα ήταν αν ο Τωβίας παντρευότανε την όμορφη κόρη μου!».

Η κόρη του όμως, από δαιμονική ενέργεια, είχε μια κακή τύχη: όποιο παλικάρι παντρευότανε, τις πρώτες ώρες κιόλας, αυτό πέθαινε.

Τότε ο «ξένος» είπε στον Τωβία:

– Καλή είναι η κοπέλα για γυναίκα σου. Βγάλε την καρδιά και το συκώτι του ψαριού που έχεις φυλαγμένα, βάλε φωτιά και κάψ΄ τα. Απ΄ τον καπνό τους θα φύγουν τα δαιμόνια, θα ελευθερωθεί η κόρη και τότε μπορείς να την παντρευτείς άφοβα.

Έγινε ακριβώς όπως τα είπε ο συνοδός του Τωβία. Έγινε ο γάμος και η χαρά του Γαβαήλ κι όλων των άλλων ήταν μεγάλη. Έπρεπε όμως να επιστρέψουν στη Νινευί.

Έδωσε ο Γαβαήλ τα χρυσά νομίσματα στον Τωβία. Φόρτωσαν άλογα και καμήλες με προικιά και δώρα, ακολούθησαν κοπάδια και υπηρέτες, δώρα του πεθερού προς το νέο ζευγάρι, και πήραν τον δρόμο της επιστροφής.

Σαν έφτασαν στη Νινευί, χαρές μεγάλες περίμεναν τον Τωβίτ. Είδε η Άννα την όμορφη νύφη, τα πλούσια δώρα και, προπαντός, ξαναείδε το ευτυχισμένο παιδί της. Άκουσε και ο τυφλός Τωβίτ τα ευχάριστα νέα κι η προσευχή του τώρα ήταν μόνο ευχαριστίες προς τον Θεό. Τότε ο «ξένος», ο συνοδός του Τωβία, είπε στο παλικάρι:

– Τωβία, έχεις φυλαγμένη τη χολή του ψαριού. Βγάλε την, κόψ΄ την σ΄ ένα δοχείο και με το υγρό της άλειψε τα μάτια του πατέρα σου. Θα φύγουν τα λευκώματα που εμποδίζουν την όρασή του και θα ξαναβρεί το φως του.

Το έκανε ο Τωβίας και να, ο γερο-Τωβίτ γιατρεύτηκε εντελώς. Χαρούμενοι όλοι δόξαζαν τον καλό Θεό.

– Τώρα, είπε ο Τωβίτ, πρέπει να πληρώσουμε τον καλό αυτόν νέο. Αξίζει να του δώσουμε τα μισά από τα πλούτη που έφερες, Τωβία, απ΄ Τωβιτ 2τους Ράγους.

– Δε χρειάζεται, καλέ μου άνθρωπε, Εγώ είμαι ο αρχάγγελος Ραφαήλ. Είμαι αυτός που τόσα χρόνια πήγαινα τις προσευχές σου στον Θεό. Έβλεπα που έθαβες τα νεκρά σώματα των συμπατριωτών σου. Έβλεπα τις ελεημοσύνες σου. Μ΄ έστειλε ο Θεός να σε υπηρετήσω και να ΄χεις στα γεράματά σου τέτοιες χαρές.

Αυτά είπε ο Αρχάγγελος και χάθηκε από μπροστά τους. Όλοι, με μια φωνή, δόξασαν τον Κύριο για τη μεγάλη Του αγάπη και για το έλεός Του, που αγκαλιάζει όλους, μα όλους ανεξαιρέτως τους ανθρώπους.

ΚΑΝΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ