Ο Χριστός έχει βαπτισθεί στον Ιορδάνη και έχει περάσει από τους πειρασμούς της ερήμου νικηφόρα. Τα τρία πελώρια θέματα της ανθρώπινης ζωής [η ανάγκη του ψωμιού (φιλαργυρία) – η πίεση της σωματικής απαίτησης (φιληδονία) – και η αγωνία της αποδοχής από τους άλλους (φιλοδοξία)] έχουν βρει ουσιαστικές και υγιείς απαντήσεις. Δεν ζει κανείς μόνον με το ψωμί (φιλαργυρία). Δεν λατρεύει ούτε τον εαυτό του ούτε τους άλλους (φιληδονία). Δεν θεωρεί τον εαυτό του μεγαλύτερο από όλους, ούτε φυσικά και από τον Θεό (φιλοδοξία).

Μετά την υπόδειξη αυτής της πορείας και την διδασκαλία του τρόπου σχέσεως με τον Θεό – προσευχή (Πάτερ ἡμῶν…) – ο Χριστός, στα κεφάλαια που προηγούνται και ακολουθούν (3, 4 και 5) του κατά Ματθαίον Ευαγγελίου, και που διαβάζουμε αυτή την περίοδο, κάνει γενική και ειδική διδασκαλία στους ανθρώπους, μαθαίνοντάς τους τον νέο Νόμο που Αυτός φέρνει. Ενώ στην Παλαιά Διαθήκη όλος ο νόμος είναι ουσιαστικά απαγόρευση να βλάπτεις, στην Καινή Διαθήκη είναι διδασκαλία και εντολή να αγαπάς.

Η λατρεία των χρημάτων αποτελεί… ειδωλολατρία, λατρεία άλλου Θεού. Ένα στίχο πριν έχει πει ότι όπου ο θησαυρός σας εκεί είναι και η καρδιά σας. Αρχίζοντας το κομμάτι που διαβάσαμε σήμερα στην Ευχαριστία, μας λέει ότι αν το μάτι σου είναι απλό, δηλαδή ελεύθερο από την φιλαργυρία, τότε θα είσαι ολόφωτος! Αν είναι πονηρό, δηλαδή σε άρρωστη κατάσταση, τότε όλα θα βρίσκονται στην σύγχυση που γεννάει το σκοτάδι. Εδώ ο Χριστός δεν κάνει «ηθικές» αποτιμήσεις στάσεων και συμπεριφορών (ποτέ δεν έκανε…), αλλά διάγνωση και αξιολόγηση της πραγματικότητας.

Ερμηνεύοντάς τα αυτά, ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος γράφει: «Αν μέσα στα μάτια σου μπουν θολά υγρά, ο έρωτας εννοώ των χρημάτων, τότε τα μάτια σου δεν μπορούν να «δουν» (αξιολογήσουν) τίποτε. Τότε υφίστασαι διπλό σκοτάδι, και από τις λανθασμένες ιδέες, που σχηματίζει ο νους, και από την εξαπάτηση των πολλών φροντίδων που γεννούν οι λάθος ιδέες, που μεταθέτουν το κέντρο βάρους του θέματος και δεν επιτρέπουν να «βλέπουμε» καθαρά».

Στην συνέχεια του κειμένου, ο Χριστός αποσαφηνίζοντας μας λέει για την απόλυτη αναγκαιότητα να επιλέγουμε ένα εκ των δύο κυρίων που βρίσκονται μπροστά μας. Έναν θα αγαπούμε και θα είμαστε «δούλοι» (δουλεύειν) του και θα τον υπακούουμε (ἀνθέξεται). Δεν νοείται να μη μισούμε και να μην καταφρονούμε το ψέμα. Θεός μας θα είναι ή ο Χριστός ή ο μαμωνάς (θεός των χρημάτων των Σύρων). Ένας δούλος δεν είναι δυνατόν να αποτελεί ιδιοκτησία δύο κατόχων. Ονομαστικά πλέον, αναφέρει ο Χριστός τους δύο κυρίους.

Επειδή λοιπόν η φιλαργυρία μας κάνει ξένους προς τον αληθή Θεό και δούλους του χρήματος-θεού, ο Χριστός συνεχίζει την διδασκαλία του προς εμάς επεξηγώντας τις ποιοτικές διαφορές ανάμεσα α) στην ψυχή και την τροφή, και β) στο σώμα και το ένδυμα, λέγοντας ότι η ψυχή και το σώμα είναι πολύ μεγαλύτερη υπόθεση από την τροφή και το ρούχο! Μας αποφορτίζει από την αγχώδη μέριμνα, σύμπτωμα ανθρώπινο αιώνιο, σήμερα καταλυτικό πολλών προσωπικοτήτων, αλλά και απλών ανθρώπων, που «πνίγονται» σε μέριμνες ανούσιες και ανώφελες.

Διασαφηνίζοντας αυτήν την απόρριψη της μέριμνας (πράγμα αρκετά δύσκολο ψυχολογικά και διανοητικά!) καταφεύγει στην υπόδειξη αναλογιών από τον φυσικό κόσμο που μας περιβάλλει. Μας μιλάει για τα πετεινά του ουρανού που δεν σπείρουν, ούτε θερίζουν, ούτε μαζεύουν! Για τα λουλούδια των αγρών που δεν υφαίνουν, ούτε ράβουν και είναι ομορφότερα από πολλούς που έχουν μόνιμη φροντίδα τους το πως θα φαίνονται (Σολομών, σε όλη του την δόξα). Προσπαθεί να μας πείσει για μια αγάπη που έχει την ιδιοτυπία μιας φροντίδας για μας… σε πολλά ακατανόητη! Μή μεριμνᾶτε… ἐμβλέψατε. Προτροπές. Όχι εντολές. Επισημάνσεις και διδασκαλίες. Λόγοι σε αγαπημένους, που αποχτούν βάρος όχι από την λογική της αναγκαιότητας, αλλά από την εμπιστοσύνη-πίστη στο πρόσωπο τού λέγοντος. Ο Χριστός δεν κάνει στωικές επισημάνσεις. Περιγράφει την αγαπητική Του φροντίδα για μας, που, «κακά τα ψέματα» πολλές φορές, όπως είπαμε, μας είναι ακατανόητη!

Ήδη ο άγιος Ιωάννης ο Βαπτιστής είχε αναγγείλει στους μαθητές του και στον κόσμο, ότι «έφτασε η Βασιλεία του Θεού», εννοώντας τον Κύριο Ιησού Χριστό. Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος ερμηνεύοντας λέει: «καί τί ἐστίν ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, εἰ μή αὐτός ὁ Χριστός»; Έρχεται καταλήγοντας και ο Χριστός να λέει: «Ζητείτε πριν απ᾿ όλα την Βασιλεία του Θεού και την χρηστότητά Του και όλα τα υπόλοιπα θα προστεθούν σε σας». Ο «ἁπλοῦς» οφθαλμός σε κάνει ελεύθερο από την ειδωλολατρία και τη δουλεία σε κακά αφεντικά (χρήμα), και η ελευθερία από μέριμνες λανθασμένες σου επιτρέπει να βλέπεις σωστά γύρω σου και να αξιολογείς σωστά! Με μια τέτοια διαδρομή, η συνάντηση της Βασιλείας του Θεού (ο Χριστός) είναι η ευκταία κατάληξη ολόκληρης της πορείας αναζήτησης της αξιολογικής σειράς στα θέματα της ανθρώπινης ζωής. Τότε (όταν ζητείς την Βασιλεία του Θεού) ισχύει και για σένα (τον καθένα μας) το αποστολικό: «Ήμασταν και μεις κάποτε άμυαλοι, απείθαρχοι, πλανεμένοι, υποδουλωμένοι σε κάθε λογής επιθυμίες και ηδονές. Ζούσαμε μέσα στην κακία και στον φθόνο. Ήμασταν μισητοί και μισούσαμε ο ένας τον άλλον. Όταν όμως ο Σωτήρας μας Θεός φανέρωσε την αγάπη και την καλοσύνη του στους ανθρώπους, μας έσωσε, όχι για τα καλά έργα που τυχόν κάναμε, αλλά γιατί μας σπλαχνίστηκε» (Τιτ. 3, 3-5).

Εμείς δεν έχουμε παρά να απευθύνουμε στον Χριστό την αγωνία και την διάθεση της καρδιάς μας, με τα λόγια εκείνου του σοφού ανατολίτη ποιητή:

Δέξου με Κύριέ μου.

Σώσε την ψυχή μου.

Γέμισέ με με την αγάπη Σου

και λύτρωσέ με από τους δύο κόσμους.

 

Αν αφήσω την καρδιά μου μακριά Σου

φωτιά μού καίει τα σωθικά.

 

Ω, αγαπημένε μου Κύριε

πάρε μακριά ό,τι θέλω

πάρε μακριά ό,τι κάνω

πάρε μακριά καθετί

που με παίρνει μακριά Σου.

π. Θεοδόσιος

ΚΑΝΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ