«Ἐξέλθετε ἔθνη, ἐξέλθετε καί λαοί καί θεάσασθε σήμερον τόν βασιλέα τῶν οὐ­ρανῶν ὡς ἐπί θρόνου ὑψηλοῦ, ἐπί πώλου εὐτελοῦς».

Μέ αὐτά τά λόγια τοῦ ἰδιομέλου τῶν Αἴνων μᾶς καλεῖ ἡ Ἐκκλησία μας διά τοῦ ἱεροῦ ὑμνογράφου νά ἐξέλθουμε καί ἐμεῖς σήμερα μαζί μέ τούς Ἰσραη­λίτες καί μαζί μέ τούς πα­ρε­πιδημοῦντες στήν Ἱερουσαλήμ, μαζί μέ τά παιδιά πού κρα­τοῦσαν τά βαΐα τῶν φοινίκων καί μαζί μέ ἐκείνους πού «ἐστρώνυνον τά ἱμά­τιά» τους στόν δρό­μο, γιά νά ὑποδεχθοῦμε τόν Χριστό πού εἰσέρχεται στήν ἁγία Πόλη ἐπί πῶλον ὄνου.

 

Ποῦ ὅμως μᾶς καλεῖ νά ἐξέλθουμε καί ποιόν μᾶς καλεῖ νά δοῦμε ὁ ἱερός ὑμνο­γράφος; Ἤ μήπως ἡ προτροπή εἶναι μιά ρη­τορική ἔκφραση χωρίς ση­μα­σία, μία ἀνά­μνηση ἤ μία ἐπικαιροποίηση τοῦ πα­ρελθόντος γιά νά ἐξυ­πηρετήσει ὁ ὑμνο­­γράφος τίς ἀπαιτήσεις τῶν νόμων τῆς ποιήσεως;

Οἱ ἐρωτήσεις αὐτές εἶναι εὔλογες, ἀφοῦ ἐμεῖς δέν βρισκόμα­στε στήν Ἱε­ρουσαλήμ ὅπως οἱ Ἰσραηλί­τες, οὔτε ὁ Χριστός πρόκειται νά εἰσέλ­θει καί πάλι στήν ἁγία Πόλη.

Ποιό εἶναι, λοιπόν, τότε τό νόημα τότε τῆς προτροπῆς τοῦ ἱεροῦ ὑμνο­γράφου καί ἀπό ποῦ μᾶς καλεῖ νά ἐξέλθουμε;

Στήν ἐρώτηση αὐτή μποροῦμε νά δώ­σουμε ἀπάντηση ἄν σκεφθοῦμε πρωτί­στως ποιός εἶναι ὁ λόγος γιά τόν ὁποῖο εἰσῆλθε ὁ Ἰησοῦς σάν σήμε­ρα στά Ἱε­ροσόλυμα καί γιά ποιόν λόγο ἐξῆλθαν οἱ Ἰσραηλίτες στούς δρό­μους.

Ὁ Ἰησοῦς εἰσέρχεται στά Ἱερο­­σόλυμα γιά νά ἑορτάσει ἐκεῖ τό τελευταῖο Πά­σχα τῆς ἐπιγείου ζωῆς του μέ τούς μα­θητές του καί ἀπό ἐκεῖ νά πορευ­θεῖ στό Πάθος καί τήν Ἀνάσταση. Οἱ Ἰσραηλί­τες ἐξέρχονται στούς δρόμους γιά νά δοῦν καί νά ὑποδεχθοῦν τόν Χριστό, ὁ ὁποῖος μό­λις πρόσφατα εἶχε ἀναστήσει τόν τετραήμερο Λάζαρο ἀποδεικνύο­ν­τας ὅτι αὐτός ἦταν ὁ Μεσ­σίας.

Ἄν, λοιπόν, καί ἐμεῖς θέλουμε νά ζή­σουμε πραγματικά τό Πάσχα, ἄν θέ­λουμε νά ζήσουμε πνευματικά τά γε­γο­νότα τοῦ Πάθους καί τῆς Ἀναστά­σεως τοῦ Κυρίου, πρέπει νά ἀρχίσουμε ἀπό τή σημερινή ἡμέρα.

Πρέπει νά ὑποδεχθοῦμε σήμερα τόν Ἰη­σοῦ βγαίνοντας ὄχι ἀπό τά σπίτια μας, γιατί ὁ Χριστός δέν περνᾶ αἰσθητά ἀπό τούς δρόμους τῶν πόλεών μας, ἀλλά ἀπό τούς οἴκους τῶν ψυχῶν μας. Ἄν θέλουμε νά δοῦμε καί νά συναν­τή­σουμε τόν Χριστό, πρέπει νά ἐγκατα­λείψ­ουμε ὅ,τι μᾶς κρατᾶ μα­κρυά του, εἴτε αὐτή εἶναι ἡ ἀδιαφορία μας εἴτε εἶναι ἡ ἀμέλειά μας, εἴτε εἶναι οἱ συ­νή­θειες καί τά λάθη μας, εἴτε εἶναι τά πάθη καί οἱ ἁμαρτίες μας.

Ἄν θέλουμε νά δοῦμε καί νά συναν­τή­σουμε τόν Χριστό, πρέπει νά βγοῦ­με ἀπό τά τείχη τοῦ ἐγωισμοῦ καί τῆς αὐτα­ρέσκειάς μας πού μᾶς περιο­ρίζουν τήν ὁρατότητα καί μᾶς ἀπομακρύνουν ἀπό τόν Χριστό.

Ἄν θέλουμε νά συναντήσουμε τόν Χρι­στό, θά πρέπει νά κάνουμε αὐτό πού ἔκαναν καί οἱ Ἰσραηλίτες οἱ ὁποῖοι τόν ὑποδέχθηκαν μέ τά βαΐα τῶν φοινίκων. Καί ἄν ἐκεῖνοι ἔβγαλαν τά ἱμάτιά τους καί τά ἔστρωσαν στόν δρόμο ἀπό ὅπου θά περνοῦσε ὁ Χριστός, ἐμεῖς θά πρέπει νά ἀπεκδυθοῦμε τόν ἐγωισμό καί τήν ὑψηλοφροσύνη μας καί νά τά ὑποβιβά­σουμε τόσο στήν κλίμακα τῶν προσω­πι­κῶν μας ἀξιῶν πού νά εἶναι σάν νά τά στρώ­νου­με στό ἔδαφος. Θά πρέπει νά ἀπεκδυθοῦμε τήν ἰδέα καί τή γνώμη πού ἔχουμε γιά τόν ἑαυτό μας σέ τέτοιο σημεῖο, ὥστε ἀκόμη καί ἄν μᾶς πατοῦν οἱ ἄνθρωποι γύρω μας, καί ἄν ἀκόμη μᾶς ἀδικοῦν ἤ μᾶς συκο­φαντοῦν, αὐτό νά μήν μᾶς ἐνοχλεῖ, νά μήν μᾶς πειράζει, ἀλλά νά τό θεωροῦμε ὡς τιμή καί ὡς εὐεργεσία, γιατί μᾶς ἀσκεῖ στήν ταπείνωση. Καί ταπείνωση εἶναι ἡ ἀρετή τήν ὁποία δίδαξε σέ ὅλους μας καί μέ τήν εἴσοδό του στά Ἱεροσόλυμα ἐπί πῶλον ὄνου ἀλλά πολύ περισσότερο μέ τήν σταυρική του θυσία γιά χάρη μας ὁ Χριστός.

Ἄν θέλουμε, λοιπόν, ἀδελφοί μου, νά γίνουμε καί ἐμεῖς συνοδοιπόροι καί συμ­μέτοχοι τοῦ Πάθους καί τῆς Ἀνα­στά­σεως τοῦ Κυρίου, ἄς τόν ἀκο­λου­θήσουμε ὄχι μόνο μέ τά λόγια ἀλλά καί μέ τά ἔργα μας, ἄς τόν ἀκολουθήσουμε καί στόν δρό­μο τῆς τα­πεινώ­σεως, ἀπό τά Ἱεροσόλυμα μέχρι τόν Γολγοθᾶ, γιά νά ἐλπίζουμε πώς θά τόν δοῦμε καί θά συναντή­σουμε ἀνα­στημένο καί δοξασμένο τήν ἡμέρα τῆς λαμπροφόρου Ἀναστά­σεώς του.

 

Μητροπολίτης Βεροίας κ. Παντελεήμων

 

ΚΑΝΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ