Τό Ἅγιον Πνεῦμα ἐπισκέπτεται τόν ἄνθρωπο ὡς πύρινη γλώσσα. Μέ τό πέρασμα τοῦ χρόνου ἡ παρουσία Του στόν ἄνθρωπο αὐξάνεται φωτοβολώντας ὁλοένα καί πιό λαμπρά, ὡσότου καταυγάσει σέ θαυμάσια καί τέλεια ἡμέρα (Παροιμ. 4, 18). Τό Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι τό ζῶν ὕδωρ πού ἀναβλύζει «ἀλλόμενον εἰς ζωήν αἰώνιον» (Ἰωάν. 4, 14). Ὅσοι διψοῦν γι’ αὐτό θά πιοῦν μέ εὐφροσύνη. Ἄν ὅμως δέν μᾶς συνέχει πνευματική δίψα, δέν ἔχουμε μερίδιο σέ Αὐτό. Ἀκριβῶς γιά τόν λόγο αὐτό ὁ χρόνος πού ἔχουμε στή διάθεσή μας, πρίν φθάσει ἡ δική μας Πεντηκοστή, ἀποτελεῖ ἐξαιρετική εὐκαιρία, ὥστε νά διεγείρουμε μέσα μας τήν εὐλογημένη αὐτή δίψα γιά τή δωρεά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Πρίν ἀπό τό πάθος καί τή Σταύρωσή Του ὁ Κύριος ἀνήγγειλε ὅτι θά πήγαινε στόν Πατέρα, ἀλλά δέν θά ἄφηνε τούς μαθητές Του ὀρφανούς, δηλαδή ἀπαράκλητους. Ὑποσχέθηκε ὅτι θά προσευχόταν στόν Πατέρα νά τούς ἀποστείλει τό Πνεῦμα πού θά σκήνωνε μέσα τους γιά πάντα (Ἰωάν. 14, 16-18). Ὡστόσο ἀκόμη καί αὐτοί οἱ μεγάλοι καί ἅγιοι Ἀπόστολοι ἔμειναν ὀρφανοί ἐπί δέκα περίπου ἡμέρες, ἀπό τήν ἡμέρα τῆς Ἀναλήψεως τοῦ Διδασκάλου τους ὡς τήν Πεντηκοστή. Στή διάρκεια τῶν τριῶν ἐτῶν πού ἦταν μαζί τους ὁ Κύριος, καθώς καί μετά τήν Ἀνάσταση, εἶχαν δεχθεῖ τήν εὐγενῆ, τρυφερή καί γεμάτη χάρη περιποίησή Του. Εἶχαν κοσμηθεῖ μέ πολλά χαρίσματα: ἀνάσταση νεκρῶν, ἐκδίωξη δαιμονίων, θεραπεία ἀσθενούντων καί ἐξουθενημένων (Ματθ. 10, 8). Ἐντούτοις καί αὐτοί ἔμειναν ὀρφανοί γιά λίγο καιρό, ὥστε νά ἀποκτήσουν προσωπική ἐμπειρία τῶν λόγων τοῦ Κυρίου: «Χωρίς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν» (Ἰωάν. 15, 5). Ὁ πρῶτος Παράκλητος ἦταν ὁ Ἴδιος ὁ Χριστός· τούς εἶχε παρηγορήσει πάντοτε μέ τόν λόγο Του. Ἀλλά ἡ ἐμπειρία τῆς ἐγκαταλείψεως, τῆς πτωχεύσεως καί τῆς μοναξιᾶς ἦταν ἀναγκαία, ὥστε νά φουντώσει στίς καρδιές τους ἡ δίψα γιά τό ζῶν ὕδωρ τῆς Πεντηκοστῆς.

Στήν Παλαιά Διαθήκη, τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς οἱ Ἑβραῖοι ἑόρταζαν τή μνήμη τῆς παραδόσεως τοῦ Νόμου στόν προφήτη Μωυσῆ, ἐγχαραγμένου σέ λίθο ἀπό τά χέρια τοῦ Θεοῦ. Ἀλλά ὁ νόμος ἐκεῖνος δέν θά τούς ὁδηγοῦσε ποτέ στήν ἐλευθερία τοῦ Πνεύματος (Β’ Κορ. 3, 3-7), ἀφοῦ κανείς δέν μποροῦσε νά τελειωθεῖ μέ αὐτόν (Ἑβρ. 7, 19). Σκοπός του ἦταν νά προετοιμάσει τούς ἀνθρώπους γιά τό πλήρωμα τοῦ χρόνου, ὁπότε ὁ νόμος τοῦ πνεύματος θά ἐγχαρασσόταν στίς πλάκες τῆς καρδιᾶς τους. Ἔτσι, ὅταν ἦλθε ἡ ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς, δέκα ἡμέρες μετά τήν Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου, συντελέσθηκε ἕνα ἀληθινά κοσμοϊστορικό γεγονός. Καθώς οἱ μαθητές ἤσαν συγκεντρωμένοι ὅλοι μαζί ἀναμένοντας τόν Κύριο μέ πνευματική δίψα, προσευχόμενοι καί τελώντας τήν κλάση τοῦ Ἄρτου, ὅπως Ἐκεῖνος τούς εἶχε παραγγείλει, τούς ἐπισκίασε τό Πνεῦμα τό Ἅγιο, ὁ ἄλλος Παράκλητος. Εἶναι σημαντικό νά σημειώσουμε ὅτι τό Ἅγιο Πνεῦμα κατῆλθε κατά τήν κλάση τοῦ Ἄρτου, τήν ὥρα πού οἱ Ἀπόστολοι τελοῦσαν τήν Εὐχαριστία, σημεῖο ἀπό τά πολλά πού φανερώνουν ὅτι τή στιγμή ἐκείνη γεννιόταν στόν κόσμο ἡ ἀποστολική Ἐκκλησία.

Στήν Παλαιά, ὅπως καί στήν Καινή Διαθήκη, ἡ ἔλευση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος συνοδεύεται ἀπό ὁρατή καί αἰσθητή ἐκδήλωση. Τήν ἡμέρα ἐκείνη, ὅπως περιγράφει τό βιβλίο τῶν Πράξεων, τό Ἅγιο Πνεῦμα ἦλθε ὡς «πνοή βιαῖα». Μετά ἀπό τόν ἰσχυρό καί ὁρμητικό αὐτό ἄνεμο, «διαμεριζόμεναι γλῶσσαι ὡσεί πυρός» κάθισαν σέ κάθε ἕναν ἀπό τούς μαθητές, προδηλώνοντας τήν παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μέσα τους (Πράξ. 2, 2). Τά σημεῖα αὐτά εἶχαν προτυπωθεῖ στήν Παλαιά Διαθήκη. Ὁ προφήτης Ἠλίας, πληγωμένος ἀπό βαθειά λύπη γιά τήν ἀποστασία τοῦ Ἰσραήλ, εἶχε ἀποσυρθεῖ σέ σπήλαιο καί θρηνοῦσε πικρά ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Ἀλλά ὁ Κύριος τοῦ ὑπέδειξε νά ἀνεβεῖ στήν κορυφή τοῦ ὅρους, ὅπου τοῦ ἀποκάλυψε τήν παρουσία Του. Πρῶτα φύσηξε ἰσχυρός ἄνεμος πού συνέτριβε τά βράχια, ἔπειτα ἀκολούθησε συσσεισμός καί στή συνέχεια πῦρ· ἀλλά ὁ Θεός δέν ἔκανε ἀκόμη τήν ἐμφάνισή Του. Τότε ἦλθε σάν λεπτή αὔρα, ἡ γαλήνια, ἁπαλή φωνή τοῦ Θεοῦ (Γ΄ Βασ. 19, 11-12).

Ὥστε τήν παρουσία τοῦ Ἴδιου τοῦ Θεοῦ προαναγγέλλει τό σημεῖο πού προηγεῖται αὐτῆς· ὁρμητικός ἄνεμος, ἰσχυρός σεισμός καί φωτιά. Μέ ἄλλα λόγια, ἡ ὁδός τοῦ Κυρίου πρέπει νά προετοιμασθεῖ καί νά διασαφηνισθεῖ, γιά νά μπορέσουμε ἐμεῖς πού εἴμαστε σάρκες νά ἀντιληφθοῦμε καί νά ἀναγνωρίσουμε τήν ταπεινή καί φωτεινή παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί μέ τήν ἔλευσή Του, νά μεταποιηθοῦμε σέ πνευματικές ὑπάρξεις.

Στό Εὐαγγέλιο ἡ ὁδός τοῦ Κυρίου προπαρασκευάζεται συχνά μέ «σκληρούς λόγους». Γιά παράδειγμα, ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Βαπτιστής ἀποκαλοῦσε τά τέκνα τῶν Ἑβραίων «γεννήματα ἐχιδνῶν» (Λουκ. 3, 7). Ἡ φράση αὐτή ἑρμηνευόταν ἀπό τόν Γέροντα Σωφρόνιο ὡς ἑξῆς: Μέ τόν βαρύ αὐτό χαρακτηρισμό ὁ Τίμιος Πρόδρομος παρηγοροῦσε (Λουκ. 3, 18) τόν λαό μέσα ἀπό τή συντριβή πού τοῦ προξενοῦσε. Ἡ συντριβή ταπεινώνει τήν καρδιά τοῦ ἀνθρώπου, καί ἡ ταπείνωση τήν διευρύνει, ὥστε νά μπορεῖ νά δεχθεῖ τό Πνεῦμα τό Ἅγιο, τή χάρη τοῦ Παρακλήτου, πού εἶναι καί ἡ μόνη ἀληθινή παρηγοριά.

Ὅλοι οἱ σκληροί λόγοι, τότε, μποροῦν νά ἐννοηθοῦν μέσω τῶν λόγων τοῦ ἀποστόλου Παύλου: «Τίς ἐστιν ὁ εὐφραίνων με, εἰ μή ὁ λυπούμενος ἐξ ἐμοῦ;» (Β’ Κορ. 2,2) Μέ τόν ἴδιο τρόπο, ὅπως ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Βαπτιστής, ὁ Ἀπόστολος φέρνει τά πνευματικά του τέκνα σέ συντριβή, προκαλώντας μέσα τους τή συναίσθηση ὅτι ἡ ζωή τους δέν εἶναι, ὅπως θά ὄφειλε. Τούς ὁδηγεῖ στήν ταπείνωση, καί, μέ τή βοήθειά της, στή χάρη. Γιατί ὁ Θεός «ὑπερηφάνοις ἀντιτάσσεται, ταπεινοῖς δέ δίδωσι χάριν» (Ἰακ. 4, 6· Α’ Πετρ. 5,΄5). Στή συνέχεια, ὄπως λέγεται στήν πρώτη εὐχή τῆς χειροτονίας πρεσβυτέρου, ἀκολουθεῖ «ἡ θεία χάρις, ἡ πάντοτε τά ἀσθενῆ θεραπεύουσα καί τά ἐλλείποντα ἀναπληροῦσα».

Στή ζωή τοῦ χριστιανοῦ ἕνας σκληρός λόγος ἰσοδυναμεῖ μέ τή «βιαῖα πνοή». Ἐκδιηγεῖται τά θαυμάσια τοῦ Θεοῦ καί προξενεῖ στήν καρδιά τοῦ ἀνθρώπου βαθειά μεταμέλεια. Ἡ συντριβή αὐτή εἶναι ὁ πρόδρομος τῆς δωρεᾶς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Διαλύει τόν ὄγκο τῆς ρυπαρότητας πού σκεπάζει τήν καρδιά. Συντρίβει τούς λίθους τῆς σκληρότητας τοῦ ἔσω ἀνθρώπου καί τόν βοηθᾶ νά ἀνακαλύψει τή «βαθειά καρδιά» του. Ὥστε ὁ ἄνθρωπος, ὅταν ὑποβάλλεται σέ τέτοιες δοκιμασίες, ὑφίσταται τόν ἀρχέγονο «συσσεισμό», πού εἶναι ὅμως ἀπαραίτητος, γιά νά τόν διδάξει ὅτι μόνο ἕνα πράγμα τοῦ χρειάζεται: ἡ ἀνακάλυψη τῆς καρδιᾶς του.

 

Ὁ Γέροντας Σωφρόνιος εἶχε ὁρισμένους δικούς του σκληρούς λόγους. Γιά παράδειγμα ἔλεγε: «Ἄν κάποιος δέν ἔχει φθάσει τό μέτρο τῆς ὑποστατικῆς προσευχῆς –δηλαδή νά φέρει μέσα του ὅλο τόν Ἀδάμ καί νά προσάγει ὅλο τό ἀνθρώπινο γένος ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ στήν προσευχή του ὑπέρ ὅλου τοῦ κόσμου– τότε ἄς μήν τολμᾶ νά ἀποκαλεῖ τόν ἑαυτό του χριστιανό χωρίς φόβο καί ντροπή».

Τέτοιοι λόγοι ἔχουν τή δύναμη νά μᾶς σώσουν. Στόχος τους εἶναι νά μᾶς συγκλονίσουν. Ἡ χριστιανική παράδοση τοῦ «συσσεισμοῦ» μᾶς βοηθεῖ νά ἀνακαλύψουμε τή βαθειά καρδιά, χωρίς τήν ὁποία εἶναι ἀδύνατον νά δεχθοῦμε ἀληθινά τό χάρισμα τῆς Πεντηκοστῆς, τήν ἔκχυση τοῦ Πνεύματος πάνω σέ κάθε σάρκα (Ἰωήλ 2, 28). Ἔχουμε ἀνάγκη ἀπό τήν ἁπαλή ἐκείνη καί τόσο πολυτελῆ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καρδιά, στήν ὁποία ἀναπαύεται τό Πνεῦμα Του. Σέ αὐτήν ἀκριβῶς ἀναφέρεται τό τρίτο παλαιοδιαθηκικό ἀνάγνωσμα τῆς ἑορτῆς τῆς Πεντηκοστῆς (Ἰεζεκ. 36, 26). Ἀλλά καί ἡ ἐπίκληση τοῦ Ὀνόματος τοῦ Χριστοῦ μέσα στήν εὐαίσθητη αὐτή καρδιά ἀποβαίνει ἱκανή νά κατεργάζεται τή σωτηρία μας καί νά προσκομίζει καινή ζωή, σύμφωνα μέ τό θεῖο λόγιο, «πᾶς ὅς ἄν ἐπικαλέσηται τό Ὄνομα Κυρίου, σωθήσεται» (Ἰωήλ 3, 5). Στήν οὐσία προσπαθοῦμε νά ἐπωάσουμε τή «νέα ζωή» πού φέρουμε στό στέρνο μας, νά θραύσουμε τό κέλυφος πού περικλείει τήν καρδιά μας, ὥστε νά ἐκπηγάσει ἡ νέα αὐτή ζωή.

Ἄν μελετήσουμε προσεκτικά τά ἀναγνώσματα τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης στήν ἑορτή τῆς Πεντηκοστῆς, θά διαπιστώσουμε τρία κυρίως θέματα: τήν ἔκχυση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος πάνω σέ κάθε σάρκα, τήν ἁγιαστική ἐπίκληση τοῦ Ὀνόματος, μέ τό Ὁποῖο σωζόμαστε, καί τό χάρισμα τῆς καινῆς καρδιᾶς· τῆς εὐαίσθητης σάρκινης καρδιᾶς, ἀντί τῆς λίθινης, πού εἶναι ἀνίκανη νά συλλάβει ὁτιδήποτε τό πνευματικό.

Στό πρῶτο ἀνάγνωσμα, τό ὁποῖο ἐνέπνεε ἰδιαίτερα τόν Γέροντα, διαβάζουμε ὅτι ὁ προφήτης Μωυσῆς κατάρτισε κατάλογο ἑβδομήντα ἀνθρώπων, τούς ὁποίους ὁ Θεός ἐπρόκειτο νά χρίσει μέ τό Πνεῦμα τῆς προφητείας. Καί ὁ προφήτης Ἰεζεκιήλ λέει, «ἐκ τῶν τεσσάρων πνευμάτων ἐλθέ καί ἐμφύσησον εἰς τούς νεκρούς τούτους, καί ζησάτωσαν» (Ἰεζεκ. 37, 9). Τό ἴδιο ἀκριβῶς ἔκανε καί ὁ Κύριος, ὅταν ἀναστήθηκε ἐκ νεκρῶν. Ἐνεφύσησε στούς ἁγίους μαθητές Του καί εἶπε: «Λάβετε Πνεῦμα Ἅγιον» (Ἰωάν. 20, 22). Αὐτό ἦταν στήν πραγματικότητα τό προοίμιο τῆς Πεντηκοστῆς, ἡ προετοιμασία γιά τό πλήρωμα τῆς ἐλεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος πάνω στή γῆ, τή μεγάλη καί ἐπιφανῆ ἐκείνη ἡμέρα τῶν γενεθλίων της Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ. Ὁ προφήτης Ἰωήλ ἐπίσης περιγράφει τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς ὡς τήν ἔκχυση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος σέ ὅλη τήν ἀνθρωπότητα: «Καί ἔσται μετά ταῦτα καί ἐκχεῶ ἀπό τοῦ πνεύματός μου ἐπί πᾶσαν σάρκα» (Ἰωήλ 3, 1) καί «πᾶς, ὅς ἄν ἐπικαλέσηται τό Ὄνομα Κυρίου, σωθήσεται» (Ἰωήλ 3, 5).

Δέν εἶναι βέβαιο ὡστόσο ὅτι θά σωθοῦν ὅλοι ὅσοι ἁπλῶς ἐπικαλοῦνται τό Ὄνομα τοῦ Κυρίου. Σύμφωνα μέ ἄλλο σκληρό λόγο Του, «οὐ πᾶς ὁ λέγων μοι, Κύριε, Κύριε, εἰσελεύσεται εἰς τήν Βασιλείαν τῶν οὐρανῶν, ἀλλ’ ὁ ποιῶν τό θέλημα τοῦ Πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς» (Ματθ. 7, 21), δηλαδή αὐτός πού τηρεῖ τίς ἐντολές. Καί ὅταν τό Ἅγιο Πνεῦμα εἰσχωρήσει στήν καρδιά ὡς κραταιός καί ὁρμητικός ἄνεμος, συντρίβοντας τή σκληρότητά της, ἐκεῖ στή βαθειά καρδιά, θά ἀπεικονίσει τή μορφή τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ. Θά μετουσιώσει καί θά καθάρει τήν καρδιά μας, ὥστε νά μποροῦμε νά ἐπικαλούμαστε τό Ὄνομά Του ἀπό τά ἔγκατά της. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος βεβαιώνει ὅτι ὅταν ἡ ἐπίκληση προέρχεται ἀπό καθαρή καρδιά εἶναι σωτηριώδης (Β’ Τιμ. 2, 22), γι’ αὐτό καί τό Ἅγιο Πνεῦμα προετοιμάζει τήν καρδιά τοῦ ἀνθρώπου μέ τά μέσα τῆς συντριβῆς καί τῆς ταπεινώσεως. Ὁ μεγάλος πόθος τοῦ Κυρίου εἶναι νά ἐπικαλούμαστε τό ἅγιο Ὄνομά Του μέ τρόπο εὐάρεστο σέ Ἐκεῖνον καί συγχρόνως σωτήριο γιά μᾶς.

Ἄς ἐξετάσουμε προσεκτικά τήν πρώτη ἐμφάνιση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στή γῆ. Στήν ἀρχή τῆς δημιουργίας τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ φερόταν πάνω ἀπό τά ὕδατα (Γεν. 1, 2), ὅπως ἡ κλώσσα πού ἁπλώνοντας τά φτερά σκεπάζει τά αὐγά της, γιά νά ἐπωάσει καί νά φέρει στόν κόσμο καινούργια ζωή. Τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ ἐπωάζει ὅλη τή δημιουργία, καί ἔτσι ἦλθε στήν ὕπαρξη ὁλόκληρος ὁ κόσμος. Ἀνάλογη διεργασία συντελεῖται καί στήν καρδιά μας, ὅταν ἐπικαλούμαστε ἄοκνα τό Ὄνομα τοῦ Κυρίου. Μέ τήν ἐργασία αὐτή ὁπλίζουμε τούς ἑαυτούς μας μέ τό χάρισμα τῆς Πεντηκοστῆς, καί τό Πνεῦμα τοῦ Κυρίου ἔρχεται νά ἐπισκιάσει τήν καρδιά, ὥστε νά ἐκπηγάσει καινή ζωή.

Πράγματι, αὐτή εἶναι ἡ νέα γέννηση πού μᾶς προσφέρεται, χωρίς τήν ὁποία, ὅπως λέει ὁ Κύριος, δέν μποροῦμε νά εἰσέλθουμε στή Βασιλεία Του (Ἰωάν. 3, 5). Ἔτσι, ὅταν εὐχόμαστε ἀδιάλειπτα: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱέ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με», δέν κάνουμε τίποτε ἄλλο, παρά νά προσδοκοῦμε στό ὑπερῶο τῆς καρδιᾶς, ὅπως καί οἱ Ἀπόστολοι ἀπεκδέχονταν τήν ἔλευση τοῦ Παρακλήτου πού τούς εἶχε ὑποσχεθεῖ ὁ Κύριος. Προσκαρτερώντας στό ὑπερῶο τῆς καρδιᾶς μας, τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ ἐπισκιάζει κατ’ ἐπανάληψη τό στέρνο μας. Ἡ σκουριά τῆς συσσωρευμένης ἁμαρτίας ἀποκαθαίρεται, ὡσότου ἡ χάρη ἐπωάσει τήν καρδιά καί ἐκπηγάσει ἐκεῖ καινούργια ζωή.

Ὁ μέγας προφήτης Ἠσαΐας ἐπισημαίνει ὅτι ὁ πόνος προηγεῖται τῆς ἐλεύσεως τοῦ Πνεύματος τῆς σωτηρίας· ὅτι τό Πνεῦμα συλλαμβάνεται πρῶτα μέσα στό φόβο καί στήν ὀδύνη τῆς καρδιᾶς (Ἤσ. 13, 8). Ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι μᾶς χρειάζεται συντριβή, μᾶς χρειάζεται φόβος, ἔχουμε ἀνάγκη ἀπό πόνο. Ὅλα αὐτά μᾶς προετοιμάζουν γιά τή νέα ζωή, ὡσότου μία ἔκρηξη, μία βαθειά τομή διανοίξει τήν καρδιά. Τότε πραγματοποιεῖται νέα γέννηση, καί ὁ ἄνθρωπος, πού μεταρσιώνεται πνευματικά, παραδίδεται στά χέρια τοῦ ζῶντος Θεοῦ. Ὅπως ἰσχυριζόταν ὁ Γέροντας Σωφρόνιος, ἄν ἐγκαρτερήσουμε στόν πόνο καί τή συντριβή, ἡ καρδιά μας θά μεταμορφωθεῖ κάποια ἡμέρα σέ φωτεινό κέντρο πνευματικῆς εὐαισθησίας.

Ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἐπιβεβαιώνει ἐπίσης ὅτι ἡ συντριβή τῆς καρδιᾶς πού ἀληθινά μετανοεῖ θά ἀνοίξει στά βάθη της τήν ὁδό πρός τούς ἀλάλητους στεναγμούς τοῦ Πνεύματος, καθώς θά βοᾶ, «ἀββᾶ, ὁ Πατήρ» (Γαλ. 4, 6· Ρωμ. 8, 21-26). Ἐπιπλέον θά ἐπισφραγισθεῖ ἡ υἱοθεσία μας ὡς ἐλεύθερων τέκνων τοῦ Θεοῦ, κάτω ἀπό τή χάρη τοῦ νόμου τοῦ Πνεύματος. Ἄρα, εἶναι ἀναγκαῖο νά ὑποφέρουμε μέ καρτερία τόν πόνο, τήν «περιτομή τῆς καρδίας» (Ρωμ. 2, 29). Ἄλλωστε αὐτό σημαίνει νά βαστάσουμε τά στίγματα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ, ὅπως τό θέτει ἀλλοῦ ὁ ἀπόστολος Παῦλος (Γαλ. 6, 17). Ἄς τά ὑπομείνουμε ὅλα ἀδιαμαρτύρητα, ὥσπου νά γεννηθεῖ μέσα μας τό Πνεῦμα τῆς σωτηρίας, καί ἡ ὀδύνη μας νά μετουσιωθεῖ στήν ὁλοφώτεινη χάρη τῆς υἱοθεσίας τῶν τέκνων τοῦ Θεοῦ.

Ἡ περιτομή τῆς καρδιᾶς εἶναι μεγάλη εὐλογία. Ξεκινᾶ μέ τή βαθειά ἀλλοίωση πού ἐνεργεῖται στόν ἄνθρωπο κατά τό Βάπτισμα, ὅταν ἐνδυόμαστε τόν Χριστό καί τά στίγματά Του γίνονται δικά μας. Πρέπει ὅμως νά συνεχισθεῖ ἡ αὔξησή μας, ὡσότου νά μήν ὑπάρχει τίποτε μέσα μας πού νά ἀντιστέκεται στήν παρουσία Του. Τότε θά φέρουμε τή σφραγίδα τοῦ λαοῦ Του, θά ἀνήκουμε στόν νέο Ἰσραήλ, στήν καινή κτίση πού εἶναι τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Βαστάζοντας μέσα μας τόν ζωηφόρο θάνατό Του, μετέχουμε στόν πλοῦτο τῆς αἰώνιας ζωῆς πού ἀπορρέει ἀπό τήν Ἀνάστασή Του. Ὅπως ἔχει περιτμηθεῖ ἡ καρδιά μας, ἔτσι ἔχουμε περιτμηθεῖ καί ὡς πρός τή σκέψη, τόν λόγο καί ὅλα τά μέλη μας. Δέν διαλογιζόμαστε πιά οὔτε ἐκφραζόμαστε ἀρνητικά γιά κανέναν, ἀλλά ὅλα ὅσα πράττουμε ἤ λέμε φέρουν μία μερίδα ἀγάπης, μέχρι νά φθάσουμε στό πλήρωμα τῆς μεγάλης ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ, πού θά ἀποβεῖ ἡ αἰώνια κληρονομιά μας.

Ὅπως ἀκριβῶς ἡ συνεχής ἐπίκληση τοῦ ἁγίου Ὀνόματος τοῦ Ἰησοῦ «ἐπωάζει» τήν καινούργια ζωή τῆς καρδιᾶς καί ἀσφαλίζει τήν περιτομή της, τό ἴδιο ἐπιτυγχάνεται καί μέ τήν καθημερινή ἀνάγνωση τῶν Γραφῶν. Κάποιος στίχος ἀναζωπυρώνεται ξαφνικά μέσα στήν καρδιά τοῦ ἀνθρώπου, γιά νά τήν προπαρασκευάσει γιά τήν ἐπίσκεψη τοῦ Πνεύματος τοῦ Θεοῦ. Καί ἄν εἴμαστε ἐπιμελεῖς στή μελέτη μας, ὁ Κύριος μπορεῖ νά μᾶς δίνει συγκεκριμένο λόγο πού θά μετατρέπει τόν σπινθήρα σέ φλόγα, κάθε φορά πού θά προσερχόμαστε στήν προσευχή. Τόσο πιστός εἶναι ὁ Κύριος στή διαθήκη Του μαζί μας! Ἐμεῖς εἴμαστε οἱ ἄπιστοι. «Εἰ ἀπιστοῦμεν, Ἐκεῖνος πιστός μένει· ἀρνήσασθαι Ἑαυτόν οὐ δύναται» (Β’ Τίμ. 2, 13). Ἔχει ζωτική σημασία γιά μᾶς νά ἐμμένουμε προσηλωμένοι στόν λόγο Του.

Ὅπως σπεύδουμε στό τραπέζι τρεῖς φορές τήν ἡμέρα, γιά νά πάρουμε τή μερίδα τῆς τροφῆς μας, ἔτσι ἔχουμε χρέος νά ἀνταποκρινόμαστε στήν ἀκατάπαυστη πρόσκληση τοῦ Κυρίου γιά τή δική Του τράπεζα πού εἶναι πλούσια μέ τήν τροφή τῶν λόγων Του. Ἄν ἐπιθυμοῦμε νά ἀπολαύσουμε τά ἀγαθά τῆς πνευματικῆς αὐτῆς Τράπεζας καί νά κατανοήσουμε τόν λόγο τοῦ Κυρίου, ὥστε νά ἐνοικήσει μέσα μας μέ ζωηφόρο δύναμη, εἶναι ἀναγκαῖο νά Τοῦ ζητοῦμε τό χάρισμα πού δώρισε στόν Λουκᾶ καί τόν Κλεόπα στόν δρόμο πρός Ἐμμαούς. Ἡ δωρεά αὐτή μᾶς προσφέρεται ὅταν μελετοῦμε τίς Γραφές, γιατί αὐτές μᾶς διδάσκουν νά ἐντρυφοῦμε καθημερινά στόν λόγο Του. Ἔτσι, μέ τόν καιρό, σύμφωνα μέ τόν Γέροντα Σωφρόνιο, ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ γίνεται ἡ δική μας γλώσσα. Κάθε τόσο ἕνας ἀπό τούς στίχους πού ἔχουν ἑλκύσει τόν νοῦ καί τήν καρδιά μας θά ζωοποιεῖ τό πνεῦμα μας. Θά ἐνεργεῖ ὡς εἴσοδος πρός τόν ἀνεξάντλητο πλοῦτο τῆς ζωῆς πού ὁ Κύριος τόσο ἐπιποθεῖ γιά μᾶς (Ἰωάν. 10, 10), καί θά μάθουμε νά προσευχόμαστε ἀκριβῶς μέ ἐκείνους τούς λόγους τῆς Γραφῆς πού μᾶς ἐνέπνευσε τό Πνεῦμα τό Ἅγιο.

Σκιαγραφήσαμε διαδοχικά: τίς προπαρασκευαστικές δοκιμασίες πού ὑπομένουμε μέ καρτερία, τήν Πεντηκοστή του Ὀνόματος τοῦ Χριστοῦ καί τήν Πεντηκοστή τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ. Οἱ δύο τελευταῖες συνίστανται στήν ἀδιάλειπτη μελέτη τοῦ Ὀνόματός Του καί τοῦ λόγου Του μέσα στήν καρδιά μας. Ἀλλά ἐξίσου βιώνουμε τήν Πεντηκοστή ὅταν κοινωνοῦμε τό Σῶμα καί τό Αἷμα τοῦ Χριστοῦ, πού μᾶς διαφυλάσσουν μέσα στούς ὅρους τῆς διαθήκης, τήν ὁποία ἔχουμε συνάψει: Νά μή ζοῦμε πιά γιά τούς ἑαυτούς μας ἀλλά μόνο γιά τόν Λυτρωτή μας, ὅπως λέμε σέ κάποια ἀπό τίς εὐχαριστήριες εὐχές μετά τή Θεία Μετάληψη.

Ὁ Ἴδιος ὁ Κύριος ὑποσχέθηκε: «Ὁ τρώγων μου τήν σάρκα καί πίνων μου τό αἷμα ἐν ἐμοί μένει, καγώ ἐν αὐτῷ. Καθώς ἀπέστειλέ με ὁ ζῶν Πατήρ καγώ ζῶ διά τόν Πατέρα, καί ὁ τρώγων με κακεῖνος ζήσεται δι’ ἐμέ» (Ἰωάν. 6, 56-57). Σταδιακά συναισθανόμαστε ὅτι μέ τή μετάληψη τοῦ Σώματος καί τοῦ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ μετέχουμε στήν καινοποιό ζωή τοῦ Ἴδιου τοῦ Θεοῦ. «Τό πνεῦμα ἐστι τό ζωοποιοῦν, ἡ σάρξ οὐκ ὠφελεῖ οὐδέν», λέει ὁ Κύριος (Ἰωάν. 6, 63), καί μέ τό ζωηφόρο αὐτό Πνεῦμα Του γεμίζει ὅλα ὅσα Τοῦ προσφέρουμε, γιά νά μᾶς τά ἐπιστρέψει ἀνακαινισμένα. Στή Λειτουργία ἀνταλλάσσεται ἡ δική μας πρόσκαιρη ζωή μέ τή δική Του τήν αἰώνια. Ἡ ἀνταλλαγή αὐτή εἶναι ἐπίσης ἡ Πεντηκοστή μας, στήν ὁποία λαμβάνουμε Πνεῦμα ἐπουράνιο.

Οἱ φανερώσεις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μᾶς διδάσκουν ἀκόμη τή στάση πού ὀφείλει νά τηρεῖ ἡ καρδιά γιά τήν περιφρούρηση τοῦ δώρου τῆς χάριτος. Ὅταν ὁ Κύριος ἀπονέμει στόν ἄνθρωπο τό πολυτελές καί εὔθραυστο χάρισμα τοῦ ταπεινοῦ Ἁγίου Πνεύματός Του, ἡ ὀρθή ἀνταπόκριση τοῦ εὐεργετημένου ἀνθρώπου εἶναι νά τό σφραγίσει καί νά τό ἀποθησαυρίζει μέσα στήν καρδιά του. Ἄν προβεῖ σέ ἐπίδειξη τοῦ δωρήματός του ὑποκινούμενος ἀπό ὑπερηφάνεια, ὄχι μόνο θά τό χάσει, ἀλλά θά προκαλέσει καί τόν ἀδελφό του. Ἡ προβολή τῶν χαρισμάτων μᾶς συνιστᾶ ἀθέτηση τῆς δεύτερης ἐντολῆς τοῦ Θεοῦ, γιατί μέ τήν ἐνέργειά μας αὐτή σφετεριζόμαστε τόν χῶρο πού ἀνήκει στόν ἀδελφό μας. Ὀφείλουμε πάντοτε νά παραχωροῦμε ὅλο τόν χῶρο στόν πλησίον μας καί νά κρατοῦμε μόνο ἐλάχιστο μέρος γιά τόν ἑαυτό μας.

Ὁ Γέροντας Σωφρόνιος ἔχει βαθειά ἐπίγνωση ὅτι ἡ πνευματική αὐτή ἀρχή διενεργεῖται τέλεια στούς κόλπους τῆς Ἁγίας Τριάδος. Ὅταν ὁ Χριστός ἦλθε στόν κόσμο, δέν εἶπε τίποτε γιά τόν Ἑαυτό Του, μαρτυρώντας μόνο ὅσα τοῦ εἶχαν δοθεῖ ἀπό τόν Πατέρα (Ἰωάν. 12, 49). Παρομοίως, ὁ ἄλλος Παράκλητος, τό Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, δέν προφέρει τίποτε δικό Του, ἀλλά προσκομίζει διηνεκῆ μαρτυρία γιά τόν Χριστό, ἀφοῦ δική Του ἀγαλλίαση εἶναι ἡ ὑπόμνηση τῶν λόγων τοῦ Σωτήρα (Ἰωάν. 14, 26). Ἐδῶ ἀναγνωρίζουμε τήν ὁλοκληρωτική ἀλληλοπεριχώρηση τῶν Προσώπων τῆς Ἁγίας Τριάδος, τήν «κένωσή» τους σέ αἰώνιο ἐπίπεδο, ὅπως ὁ Γέροντας Σωφρόνιος τό ἐξέφραζε.

Κάθε Ὑπόσταση –Πατήρ, Υἱός καί Ἅγιο Πνεύμα– δέχεται τή μαρτυρία τῆς ἀλήθειάς Της ἀπό τίς δύο ἄλλες Ὑποστάσεις. Καμία δέν προτείνει τόν Ἑαυτό Της, ἀλλά προσφέρει ὅλο τόν χῶρο στίς ἄλλες δύο. Στό βιβλίο τοῦ Ο ΑΓΙΟΣ ΣΙΛΟΥΑΝΟΣ Ο ΑΘΩΝΙΤΗΣ, ὁ Γέροντας καταγράφει σέ ὑποσημείωση τό σπουδαῖο αὐτό ἦθος πού διασώζεται ἀκόμη σήμερα στό Ἅγιον Ὅρος. Οἱ μοναχοί ἀγωνίζονται νά κρύψουν στό βάθος τῆς ὑπάρξεώς τους ὁποιοδήποτε δώρημα τῆς χάριτος καί νά μή φανερώσουν τήν ἐσωτερική τους κατάσταση. Αὐτό δέν εἶναι μόνο θέμα προφυλάξεως τῶν ἰδίων ἀπό τήν κενοδοξία ἤ τήν αὐταρέσκεια, ἀλλά ἀποτελεῖ ἐπίσης ἱερό χρέος σεβασμοῦ πρός τόν πνευματικό χῶρο τῶν ἄλλων. Ἡ σημείωση εἶναι συνοπτική, ἀλλά ἐκφράζει τήν οὐσία τῆς παραδόσεως καί καταδεικνύει τή διάθεση τῆς καρδιᾶς, στήν ὁποία ἀναπαύεται περισσότερο τό Ἅγιο Πνεῦμα.

 

Ἄς ἐξετάσουμε τή μοναστική ὁδό. Εἶναι ἴσως ἡ συντομότερη ὁδός πρός τή βαθειά καρδιά, ἀπό τήν ἄποψη ὅτι ὁ «συσσεισμός», πού προετοιμάζει τόν ἄνθρωπο γιά τήν ὑποδοχή τῆς θείας χάριτος, βιώνεται μέ ἐντονότερο τρόπο στόν μοναχισμό, παρά σέ ὁποιοδήποτε ἄλλο πλαίσιο ζωῆς. Ὁ Γέροντας Σωφρόνιος ἀπηχεῖ ὅλη τήν παράδοση λέγοντας ὅτι πρῶτον καί κύριον ὁ συσσεισμός αὐτός συντελεῖται μέσα ἀπό τήν ὑπακοή. Ἀνθρωπίνως ἴσως νά φαίνεται παράλογη ἡ ἐξάρτησή μας ἀπό τή θέληση καί τήν καθοδήγηση κάποιου ἄλλου. Ἀλλά ἄν ὁ μοναχός ὑπακούει μέ τήν καρδιά του στόν πνευματικό του πατέρα, ἀπό ἀγάπη καί ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη στό πρόσωπό του καί ὄχι ἀπό κάποιου εἴδους μηχανική πειθαρχία, τότε ζεῖ σύμφωνα μέ τήν οὐσία τῆς μοναχικῆς ὁδοῦ, σύμφωνα μέ τόν Γέροντα.

Ὑπακοή εἶναι ἡ τελείωση τῆς ὁδοῦ τῆς ταπεινώσεως κατά τήν εἰκόνα τῆς ζωῆς τῆς Ἁγίας Τριάδος: θυσιάζουμε τήν ἀνεξαρτησία μας παραδίδοντας τήν ψυχή μας στά χέρια κάποιου, πού ἐπωμίζεται τήν εὐθύνη γιά τή σωτηρία μας. Τέτοια ταπείνωση δέν θά βραδύνει νά φέρει τή βαθειά καρδιά στήν ἐπιφάνεια. Ἄν ὅμως ὁ μοναχός δέν καταθέτει τήν ὑπακοή του καί ζεῖ αὐτόνομα –καί αὐτό εἶναι παγίδα, στήν ὁποία εὔκολα μπορεῖ νά πέσει, ἰδίως ὅταν δέν προκαλεῖ κανένα σκάνδαλο καί περνᾶ ἀπαρατήρητος– ἡ βαθειά καρδιά του δέν θά ἀναδυθεῖ ποτέ. Ὅταν ὅμως ἐξαρτοῦμε τή ζωή μας ὄχι ἀπό τή δική μας θέληση ἀλλά ἀπό τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, πού ἐκφράζει ἐκεῖνος στόν ὁποῖο ἔχουμε ἐμπιστευθεῖ τήν ὕπαρξή μας καί πού «ἀγρυπνᾶ γιά τήν ψυχή μας» (Ἑβρ. 13, 17), τότε γινόμαστε ὡς πρόβατα πού ὁδηγοῦνται στή σφαγή.

Παραδίδουμε τή ζωή μας, τό θέλημά μας, μιμούμενοι τό παράδειγμα Ἐκείνου πού ὡς ἀμνός ἄμωμος, ἄφωνος, χωρίς νά ἀνοίξει τό στόμα Του, ὁδηγήθηκε στή σφαγή (Ἤσ. 53, 7). Ἄν, ἀπό τήν ἄλλη πλευρά, ἐμμένουμε προσκολλημένοι στήν ἀνεξαρτησία μας, κάποια ὕπουλη ματαιοδοξία, κάποια κρυφή ὑπερηφάνεια ὑποκρύπτεται μέσα μας φράσσοντας τήν ὁδό πρός τήν ἀληθινή γνώση τῆς καρδιᾶς μας. Κανένας δέν θά μπορέσει ποτέ νά ἐντοπίσει τή βαθειά καρδιά του, ὅσο ἐμφωλεύει μέσα του ἡ αὐταρέσκεια. Μέ τόν ὄρο ἀνακάλυψη τῆς βαθειᾶς καρδιᾶς ἐννοοῦμε τή στιγμή πού ὁλόκληρη ἡ ὕπαρξη τοῦ ἀνθρώπου γίνεται καρδιά. Πρόκειται γιά ἕνα μεγάλο μυστήριο πού ἀνήκει στό χῶρο τοῦ Πνεύματος. Ἕνας ἄνθρωπος μπορεῖ ἐνδεχομένως νά κλαίει καθημερινά γιά πολλά χρόνια, χωρίς νά γνωρίζει τή βαθειά καρδιά του. Ἡ εὕρεσή της εἶναι δῶρο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Καί ὅταν χορηγεῖται τό χάρισμα αὐτό, ὅλα μετουσιώνονται· ὁ ἄνθρωπος ἀναγεννᾶται καί διαβαίνει ἀπό τόν θάνατο στή ζωή (Ἰωάν. 5, 24).

Ὑπάρχει ἕνα σημαντικό κεφάλαιο στό Εὐαγγέλιο συναφές μέ αὐτό τό τράνταγμα, τόν συσσεισμό πού προμηνύει τήν ἔλευση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ὁ Κύριος λέει: «Ἀλλά ἐγώ τήν ἀλήθειαν λέγω ὑμῖν· συμφέρει ὑμῖν ἴνα ἐγώ ἀπέλθω. Ἐάν γάρ ἐγώ μή ἀπέλθω, ὁ Παράκλητος οὐκ ἐλεύσεται πρός ὑμᾶς. Ἐάν δέ πορευθῶ, πέμψω Αὐτόν πρός ὑμᾶς· καί ἐλθών Ἐκεῖνος ἐλέγξει τόν κόσμον περί ἁμαρτίας καί περί δικαιοσύνης καί περί κρίσεως. Περί ἁμαρτίας μέν, ὅτι οὐ πιστεύουσιν εἰς ἐμέ· περί δικαιοσύνης δέ, ὅτι πρός τόν Πατέρα μου ὑπάγω καί οὐκέτι θεωρεῖτε με· περί δέ κρίσεως, ὅτι ὁ ἄρχων τοῦ κόσμου τούτου κέκριται» (Ἰωάν. 16, 7-11). Δηλαδή, ὅταν ἔλθει τό Πνεῦμα τό Ἅγιο θά ἐλέγξει τόν κόσμο γιά τήν ἁμαρτωλότητά του, τή δικαιοσύνη του καί τήν κρίση γιά τόν ἑαυτό του.

Ὁ Κύριος προειδοποίησε: «Ἐάν μή πιστεύσητε ὅτι ἐγώ εἰμι, ἀποθανεῖσθε ἐν ταῖς ἁμαρτίαις ὑμῶν» (Ἰωάν. 8, 24). Ἡ ἁμαρτωλότητα τοῦ κόσμου παρακωλύει τήν πεποίθηση στή θεότητα τοῦ Χριστοῦ, πίστη πού δωρίζεται στόν ἄνθρωπο μέ τόν φωτισμό τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Τό Πνεῦμα κατῆλθε μέ τή μορφή πυρίνων γλωσσῶν, καί ἡ πύρινη γλώσσα ἔχει δύο ἰδιότητες: φωτίζει καί θερμαίνει. Φωτίζει τόν νοῦ μέ τήν ἀληθινή γνώση τοῦ μυστηρίου τοῦ Θεοῦ καί μέ τήν πίστη πρός τό Πρόσωπό Του· καί θερμαίνει τήν καρδιά μέ τήν ἀληθινή ἀγάπη καί τή δύναμη τοῦ Θεοῦ. Κατακαίει τά ἀγκάθια τῆς ἁμαρτίας καί ἀναζωογονεῖ τήν καρδιά. Ἡ ἀπιστία, μέ τήν ἔννοια αὐτή, ἰσοδυναμεῖ μέ τόν θάνατο τῆς ἁμαρτίας.

Ἄν ὁ Παράκλητος δέν βρεῖ χῶρο μέσα μας, γιά νά ἐνεργήσει, δέν θά λάβουμε τόν ὀρθό φωτισμό τῆς πίστεως, γιατί Ἐκεῖνος δέν πρόκειται ποτέ διά τῆς βίας νά καταφλέξει τά ἁμαρτήματα πού ὀρθώνονται ἐναντίον τῆς ἀλήθειάς Του. Ὅταν δέν εἴμαστε ἑνωμένοι μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα διά τῆς πίστεως, Τοῦ ἀρνούμαστε τό «δικαίωμα» νά διαλύσει τό νέφος τοῦ σκότους καί τῆς αὐταπάτης, στό ὁποῖο εἴμαστε βυθισμένοι. Ὥστε, ὅταν ὁ Παράκλητος ἔλθει, θά ἐλέγξει τόν κόσμο περί ἁμαρτίας, δηλαδή θά βεβαιώσει ὅτι ἡ ἁμαρτία τῆς ἀπιστίας δέν συγχωρεῖται.

Ὅσο γιά τόν πιστό, αὐτός ἀξιώνεται τέτοιων δωρεῶν τῆς χάριτος ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα, ὥστε νά ἐπιτελεῖ τά ἴδια τά ἔργα τοῦ Χριστοῦ. Ὅπως λέει ὁ Κύριος, ὅποιος ἀπορρίπτει τά ἔργα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος βλασφημεῖ ἐναντίον Του, καί γι’ αὐτό δέν θά συγχωρηθεῖ ἀπό τόν Θεό (Μάτθ. 12, 31). Πῶς μποροῦν νά ἀνήκουν στόν Θεό ὅσοι ἀποδίδουν τά ἔργα τοῦ Χριστοῦ στόν Βεελζεβούλ; Ἀκόμη καί ἄν κάποιοι ἀπό αὐτούς ὑπῆρξαν αὐτόπτες μάρτυρες τῶν θεϊκῶν ἔργων Του, χάθηκαν ὄχι μόνο μέσα στήν ἀπιστία ἀλλά σέ ἀπερίφραστη βλασφημία (Ματθ. 12,24-27).

 

Ὅσον ἀφορᾶ τή δικαιοσύνη, ἡ κατάσταση εἶναι παρόμοια. Ἡ τέλεια, θεόπνευστη δικαιοσύνη ἤ ἀρετή καταλύει τήν ἁμαρτία καί μᾶς καθιστᾶ ἱκανούς νά λάβουμε τό Ἅγιο Πνεῦμα. Τέτοια ἦταν ἡ δικαιοσύνη τοῦ Κυρίου καθ’ ὅλο τό πάθος Του πάνω στόν Σταυρό: «Πάτερ, ἅφες αὐτοῖς· οὐ γάρ οἴδασι τί ποιοῦσι» (Λουκ. 23, 34). Ἡ ἀληθινή δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ τέλεια ἀγάπη· ἀγάπη ἀκόμη καί γιά τούς ἐχθρούς. Πράγματι, ἡ στάση τοῦ Χριστοῦ ἀπέναντι στόν καθένα μας εἶναι αὐτή τῆς τέλειας ἀγάπης, ἀφοῦ ὅλοι εἴμαστε ἐχθροί Του. Ἀκόμη καί ὅταν συγκεντρωνόμαστε ὡς λαός Του, δέν εἴμαστε τίποτε ἄλλο παρά μία σύναξη ἐχθρῶν Του, ἀπό τήν ἄποψη ὅτι δέν Τόν ἀγαπᾶμε, ὅπως ἔχουμε χρέος, οὔτε ἀντικατοπτρίζουμε τή δόξα Του, ὅπως Ἐκεῖνος θά ἤθελε ἀπό μᾶς. Καί ὅμως, σέ αὐτή τή σύναξη προσφέρει τόν Ἑαυτό Του πρός βρῶσιν καί πόσιν, χορηγώντας μας τό Πνεῦμα τό Ἅγιο.

Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος διατείνεται ὅτι, ἄν ὁ Κύριος δέν εἶχε προφέρει τά λόγια αὐτά ἀπό τόν Σταυρό: «Πάτερ, ἅφες αὐτοῖς· οὐ γάρ οἴδασι τί ποιοῦσιν», κανένας μας δέν θά μποροῦσε νά λάβει τήν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν του. Οἱ λόγοι Του ἔχουν αἰώνια ἰσχύ, γιατί ἐπισφραγίσθηκαν ἀπό τόν θάνατο καί τήν Ἀνάστασή Του. Ἐνεργοῦν λυσιτελῶς ὡς τό τέλος τοῦ κόσμου αὐτοῦ καί στό ἐπέκεινα ἀκόμη. Μποροῦμε νά οἰκοδομήσουμε πάνω τους ὁλόκληρη τή ζωή μας δεόμενοι: «Ἀντιπαράθεσε τήν ἄβυσσο τῶν οἰκτιρμῶν Σου ἀπέναντι στό πλῆθος τῶν πλημμελημάτων μου», ὅπως διαβάζουμε στήν πρώτη εὐχή τῆς Πεντηκοστῆς. Πράγματι, οἱ ἁμαρτίες μας εἶναι μηδενικές συγκρινόμενες μέ τό πέλαγος τοῦ ἐλέους καί τῆς συμπάθειάς Του.

Συνεπῶς, θά ἐλέγξει τόν κόσμο ἀπό τήν ἄποψη τῆς δικαιοσύνης Του, τῆς ἀγάπης Του γιά τούς ἐχθρούς, τῆς ἀγάπης ἐκείνης πού ἐξαλείφει τήν ἁμαρτία. Κάποιος ἀπό τούς Πατέρες τῆς ἐρήμου ρωτήθηκε κάποτε ἀπό ἕναν εἰδωλολάτρη φιλόσοφο: «Πιστεύεις στόν Ἐσταυρωμένο;» Καί ἐκεῖνος ἀποκρίθηκε: «Ναί, πιστεύω σέ Ἐκεῖνον πού κατάργησε τήν ἁμαρτία πάνω στόν Σταυρό». Ἀλλά καί ὁ ἅγιος Σιλουανός βεβαιώνει ὅτι, ἄν δέν ἀποκτήσουμε τήν ἀγάπη πρός τούς ἐχθρούς, ἡ σωτηρία μας εἶναι ἀβέβαιη. Ὄντως, ἡ δικαιοσύνη πού διακηρύχθηκε πάνω στόν Σταυρό αἴρει τήν ἁμαρτία τοῦ κόσμου καί ὑπερνικᾶ τόν ἄρχοντα τοῦ αἰῶνος τούτου. Τό Ἅγιο Πνεῦμα θά ἐλέγξει ὅλη τήν ἀνθρωπότητα.

Τά τέκνα τοῦ παρόντος αἰῶνος, πού ἐφαρμόζουν τήν ἀνθρώπινη δικαιοσύνη, θά βρεθοῦν ἀναπολόγητα. Ἀλλά ὅσοι ἔλαβαν τό Πνεῦμα τό Ἅγιο θά διατρανώσουν τή νίκη τοῦ Χριστοῦ στήν ἴδια τή ζωή τους, ἀναδεικνύοντάς Τον Νικητή καί Κατακτητή τοῦ κόσμου αὐτοῦ. «Μικρόν καί οὐ θεωρεῖτε με», εἶπε ὁ Κύριος (Ἰωάν. 16, 16). Αὐτό σημαίνει ὅτι ὄχι πιά Ἐκεῖνος, ἀλλά τό Ἅγιο Πνεῦμα, ὁ Παράκλητος θά ἐπικυρώσει τήν αἰώνια νίκη μας μέ τή νέα πραγματικότητα τῆς θεϊκῆς Του δικαιοσύνης.

Τέλος, ὁ Λυτρωτής θά ἐλέγξει τόν κόσμο σύμφωνα μέ πῶς κρίνει ὁ ἴδιος (ὁ κόσμος) τόν ἑαυτό του. Ὁ Γέροντας Σωφρόνιος ἀναφέρει στά γραπτά του ὅτι ὅλοι ὅσοι ἄγονται ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα δέν παύουν ποτέ νά μέμφονται τόν ἑαυτό τους καί νά πορεύονται πρός τά κάτω μέ τή χάρη τοῦ Πνεύματος. Παραθέτοντας τόν λόγο τοῦ πρώην ἡγουμένου του, ἀρχιμανδρίτου Μισαήλ, «ὁ Θεός δέν κρίνει δύο φορές», ὁ Γέροντας Σωφρόνιος διαβεβαιώνει ὅτι ἡ κρίση μας ἐναντίον τοῦ ἑαυτοῦ μας, ἡ αὐτομεμψία μας, προλαμβάνει καί ἐξαλείφει τή μέλλουσα κρίση γιά μᾶς. Μετά τόν Χριστό, ἄριστος διδάσκαλος τῆς ἀρχῆς αὐτῆς εἶναι ὁ καλός ληστής, πού ἀνέλαβε ἑκούσια κατάκριση γιά τόν ἑαυτό του, ἀποδεχόμενος ὡς δίκαιο τόν βασανισμό καί τόν θάνατό του καί ἀποδίδοντας δικαιοσύνη στόν συσταυρωμένο μαζί του δίκαιο Χριστό.

Γι’ αὐτό καί ἀμέσως ἀπαλλάχθηκε ἀπό τή μέλλουσα κρίση, ἀφοῦ εἰσῆλθε στόν Παράδεισο τήν ἴδια ἐκείνη ἡμέρα. Ὁ Θεός δέν ἐπρόκειτο νά τόν κρίνει γιά δεύτερη φορά. Ἀληθινή κρίση εἶναι ἡ ἀποδοχή τῆς ἀλήθειας γιά τόν ἑαυτό μας. Ὅταν ταπεινώνουμε κατά τό πνεῦμα τόν ἑαυτό μας ἐνώπιόν τοῦ Θεοῦ καί ὁμολογοῦμε τίς ἁμαρτίες μας, ἡ μέλλουσα κρίση ἀποδεικνύεται περιττή. Καί τότε ὁ Θεός μᾶς προσφέρει ἕνα ἐξαιρετικό δῶρο. Στό κατά Λουκᾶν εὐαγγέλιο διαβάζουμε: «Ἐπιβαλοῦσιν ἐφ’ ὑμᾶς τάς χείρας αὐτῶν καί διώξουσι, παραδιδόντες εἰς συναγωγάς καί φυλακάς, ἀγομένους ἐπί βασιλεῖς καί ἡγεμόνας ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός μου· ἀποβήσεται δέ ὑμῖν εἰς μαρτύριον· θέσθε οὖν εἰς τάς καρδίας ὑμῶν μή προμελετᾶν ἀπολογηθῆναι· ἐγώ γάρ δώσω ὑμῖν στόμα καί σοφίαν, ᾗ οὐ δυνήσονται ἀντειπεῖν οὐδέ ἀντιστῆναι πάντες οἱ ἀντικείμενοι ὑμῖν» (Λουκ. 21, 12-15).

Τό νόημα εἶναι προφανές, ἄν ἑρμηνεύσουμε τόν στίχο σέ σχέση μέ τή δίωξη ἀπό τίς δυνάμεις τοῦ κόσμου αὐτοῦ. Ἀλλά τό ἴδιο ἰσχύει, ὅταν ἑκούσια κρίνουμε τόν ἑαυτό μας στρέφοντας ὅλη τή μομφή ἐναντίον μας. Τότε μᾶς δίδεται σοφία ἐν Πνεύματι Ἁγίω, πού γεννᾶ μέσα μας προσευχή μετάνοιας, ἡ ὁποία θά μᾶς δικαιώσει προλαμβάνοντας τή μέλλουσα κρίση τοῦ Κυρίου.

Ὅπως καί οἱ ἄλλες μορφές τοῦ «συσσεισμοῦ» τοῦ Κυρίου στήν καρδιά μας, οἱ ἔλεγχοι αὐτοί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μᾶς προετοιμάζουν γιά τήν ὑποδοχή τῶν χαρισμάτων Του. Ὅταν ὁμολογοῦμε τήν ἁμαρτία μας, ὅταν μιμούμαστε τόν Κύριο στήν ἀγάπη Του γιά τούς ἐχθρούς Του, καί ὅταν ἐθελούσια διατυπώνουμε κρίση ἐναντίον τῆς ἐκπεσμένης φύσεώς μας, ὁ συσσεισμός πού προξενεῖται «ἔνδον» φέρνει στήν ἐπιφάνεια τή βαθειά καρδιά μας, εὐπρεπίζοντάς μας κατάλληλα, γιά νά ὑποδεχθοῦμε τό χάρισμα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τή δωρεά τῆς αἰώνιας Βασιλείας, μέ τήν ὁποία πλατύνεται ἡ καρδιά τόσο, ὥστε νά περιπτύσσεται καί τόν οὐρανό καί τή γῆ.

Ἀρχιμ. Ζαχαρίας Ζαχάρου

ΠΗΓΗ ΙΜΑΙΚ

ΚΑΝΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ