Έχουμε αναμφισβήτητα πλέον ξεκοπεί από τις εικόνες της καθημερινότητας του παλαιότερου τρόπου ζωής των ανθρώπων, αλλά λίγο ή πολύ μπορούμε ακόμα να έχουμε στο μυαλό μας τι σήμαινε ένα πηγάδι για το χωριό ή την κωμόπολη τότε. Ήταν το σημείο από το οποίο αναγκαστικά περνούσαν σχεδόν όλοι οι κάτοικοι. Σίγουρα πάντως όλες οι γυναίκες. Η γυναίκα κάθε σπιτιού θα έπρεπε να πάει στο πηγάδι προκειμένου να πάρει από κει το απαραίτητο νερό για την καθημερινή ζωή του σπιτιού της. Και φυσικά εκεί στο πηγάδι, μάθαινε κανείς όλα τα νέα για τα γεγονότα της καθημερινής ζωής των ανθρώπων.

Φανταστείτε λοιπόν τώρα τον Χριστό σε έναν τέτοιο χώρο! Βρίσκεται στο πηγάδι μιας πόλης της Σαμάρειας που ονομάζεται Συχάρ. Εκεί συναντάει μια γυναίκα, και αρχίζουν μια συζήτηση, αλλά όχι τη συνηθισμένη συζήτηση που γίνεται περιμένοντας να πάρει κάποιος νερό από το πηγάδι. Δεν είναι κουτσομπολιό, δεν ασχολείται με κάποιον άλλον. Ασχολείται με σοβαρά θέματα, με τα σοβαρότερα της ανθρώπινης ζωής. Αυτή η γυναίκα ήταν μια συνηθισμένη γυναίκα ενός χωριού, αλλά και μια γυναίκα γεμάτη αγωνίες, που φτάνει να συζητάει θέματα (τι είναι ο Θεός; Είναι πνεύμα ή κάτι άλλο; Πώς προσκυνείται ο Θεός; Από τι χορταίνει η καρδιά του ανθρώπου;) τα οποία, αν σε οποιαδήποτε κοινωνική μας εκδήλωση τα έθετε κάποιος σήμερα σαν θέματα συζητήσεως, μετά από λίγο θα εισέπραττε χασμουρητά ή και χαχανητά.

Εκείνη η απλή γυναίκα έχει αγωνίες για τα καίρια της ζωής της. Διψάει η καρδιά της για «χορταστικές απαντήσεις». Αυτή η γυναίκα πάει να πάρει νερό, ξέροντας ότι χωρίς αυτό δεν μπορεί να συνεχιστεί η ζωή. Χωρίς νερό έρχεται η αφυδάτωση και ο θάνατος. Όμως χωρίς τον λόγο του Θεού, έρχεται ένας θάνατος χειρότερος. Έρχεται ο εσωτερικός θάνατος, όταν οι ψυχικές δυνάμεις του ανθρώπου εξαντλούνται, διαστρέφονται και πεθαίνουν. Στον σωματικό θάνατο, το αποτέλεσμα επιβάλλεται με την καταλυτική του πραγματικότητα. Στον ψυχικό θάνατο, τα πράγματα δεν είναι ορατά διά γυμνού οφθαλμού ούτε «θορυβώδη», και έτσι διατηρείται η αυταπάτη ότι ζούμε. Μόνον άγιοι και ποιητές διαβάζουν αυτή την εσωτερική θανατίλα, όπως βέβαια και κάποιοι απ’ όσους την υφίστανται, πολλοί από τους οποίους όμως την νομίζουν αυτονόητη και φυσική. «Φωνάζει» ο Κ. Καρυωτάκης:«υπάρχω λες κι ύστερα δεν υπάρχεις» επαναλαμβάνοντας με σύγχρονες λέξεις την Αποκάλυψη :«όνομα έχεις ότι ζεις και νεκρός είσαι». Και ο μεγάλος αμερικανός ποιητής της γενιάς των Μπιτ, ο Άλλεν Γκίνσμπεργκ, γράφει στο ποίημά του «ο θλιμμένος μου εαυτός»: «θλιμμένος παίρνω το ασανσέρ και κατεβαίνω, συλλογισμένος, και περπατώ στα πεζοδρόμια καρφώνοντας τα μάτια όλων των ανθρώπων, τις τζαμαρίες, τα πρόσωπα, κι ύστερα αναρωτιέμαι ποιος νοιώθει αγάπη, και σταματώ θολωμένος». (Ανθολογία Αμερικάνικης ποίησης του 20ου αιώνα. Μετ. Γ. Λειβαδάς, εκδ. Ηριδανός).

Η Σαμαρείτιδα αντλεί νερό από το φρέαρ (πηγάδι), για να μην πεθάνει το σώμα της, κι αυτή η ανάγκη εξασφαλίζεται μ᾿ αυτόν τον κόπο. Όμως η ψυχική της ανάγκη «να ξέρει γιατί ζει» (Θ. Ντοστογιέφσκι) και να είναι «ψυχικά καλυμμένη και χορτάτη» μπαίνει σε έναν αδιέξοδο κόπο, με συνεχείς εναλλαγές ερωτικών συντρόφων, ψάχνοντας κι αυτή, όπως και ο Γκίνσμπεργκ, να βρει «ποιος νοιώθει αγάπη». Η Σαμαρείτιδα έχει μια τραγική επικαιρότητα για την εποχή μας. Στο παρελθόν ήταν κοινωνικά απόβλητη (άλλωστε γι’ αυτό πηγαίνει μεσημέρι στο πηγάδι, για να έχει τις λιγότερες δυνατές συναντήσεις με κακεντρεχείς σχολιαστές…), σήμερα όμως είναι ο καθημερινός τρόπος και κόπος των ανθρώπων! Η αυταπάτη της ευτυχίας, ως της μοναδικής ανθρώπινης επιδίωξης, έχει ταυτίσει την ευτυχία με την ηδονή (κατά βάσιν την σωματική), και οι άνθρωποι εξαντλούνται σε μια αναζήτηση τέτοιας ευτυχίας με κάθε τρόπο. Έχει αναστραφεί η φυσική πορεία που «απαιτεί» την ψυχική ενότητα (ωριμότητας, ευθύνης, θυσίας, και αγάπης) και εν συνεχεία την σωματική έκφρασή της, και αυταπατώνται οι άνθρωποι γεμίζοντας πληγές, αφού νομίζουν ότι από την σωματική σχέση θα φτάσουν και στον ψυχικό σύνδεσμο. Έτσι η επιδερμική ωραιότητα καταντά να είναι το μόνον απαιτούμενο σε μια σχέση, μέχρι να συνειδητοποιήσει ο άνθρωπος οδυνηρά και γεμάτος πληγές, ότι μια όμορφη επιδερμίδα, δεν καλύπτει απαραιτήτως  έναν όμορφο χαρακτήρα.

Ο Χριστός, και φυσικά μαζί Του η Εκκλησία, δεν αρνείται το σώμα. Δεν το θεωρεί χυδαίο και δεύτερο. Δεν πιστεύουν οι Χριστιανοί ότι το σώμα τούς είναι βάρος από το οποίο θα απαλλαγούν με τον θάνατο. Αντίθετα περιμένουν την ανάσταση για την αποκατάσταση και ολοκληρία του σωματοψυχικού εαυτού τους, που ο αφύσικος θάνατος τον έσπασε στα δύο. Ακόμη και οι ειδωλολάτρες (Πλατωνικοί-Νεοπλατωνικοί και Γνωστικιστές) κατηγορούσαν τους χριστιανούς «ως φιλοσώματον γένος» (Κέλσος).

Αυτά βέβαια στην επίσημη διδασκαλία της Εκκλησίας. Στην πράξη, νεοπλατωνικοί επηρεασμοί και γνωστικιστικές επιρροές έφεραν μέσα στην Εκκλησία ένα δυαλισμό (ψυχή=καλό=αθάνατη/σώμα=δεύτερο ή και κακό=θνητό και εστία αμαρτιών) ο οποίος συκοφάντησε την θεολογία του δοξασμού του σώματος (Μεταμόρφωση-Ανάληψη-σώμα Παναγίας και αγίων) και εστίασε ως βαρύτερες αμαρτίες τις σωματικές. Μέσα σ᾿ αυτήν την… «θεολογία», γεννήθηκε ένας ματεριαλισμός και ένας αθεϊσμός, ως προσπάθεια ελευθερίας από τις εντολές του Θεού, που διαβάστηκαν ως καταπίεση των επιθυμιών των ηδονικότερων και πλέον αγαπημένων, ειδικώς.

Ο Χριστός κάνει μια πολύ διακριτική επισήμανση όλων αυτών στην Σαμαρείτιδα. Και όταν εν τοις πράγμασι αποκαλύπτεται ότι έχει ήδη έξι άνδρες με τους οποίους σχετιζόταν, Εκείνος δεν την χαρακτηρίζει, δεν φορτίζει το θέμα, δεν την απορρίπτει. Της λέει μόνον για το αδιέξοδό της, ότι θα ξαναδιψά κανείς, όταν το νερό είναι… «από πηγάδι ή πηγή», και ότι Αυτός μπορεί να της δώσει ένα Νερό, με το οποίο «οὐ μή διψήσει εἰς τόν αἰώνα».

Η αίσθηση της ποιοτικής μονιμότητας του ξεδιψάσματός της («εἰς τόν αἰώνα»), που φέρνει μπροστά της ο Χριστός, την οδηγεί, όπως είναι φυσικό, στην τοποθέτηση, ότι αφού ο Θεός είναι η μόνη πραγματικότητα, δηλαδή το μόνο που αξίζει στην ζωή, λοιπόν, πού και πώς γνωρίζεται και λατρεύεται; Πώς αποκτιέται σχέση μαζί του;

Σ᾿ αυτό το ερώτημα τυραννιούνται άνθρωποι πολλοί. Ο Χριστός απαντά και σε κείνη και σε όλους ότι αυτά (γνωριμία και λατρεία) υλοποιούνται «ἐν πνεύματι καί ἀληθείᾳ». Ο άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος επεξηγεί προτρέποντας: «σαὑτόν ἀνάθες τῷ Θεῷ καί ὁλοκαύτωσον», δηλαδή αυτοπροαιρέτως «θυσίασε» τον εαυτό σου στον Θεό, προσφέροντάς τον (τον εαυτό σου) ολοκαύτωμα. Δηλαδή ξέχνα τον εαυτό σου για Αυτόν που αγαπάς και πρόσφερέ Του τον εαυτό σου ολόκληρο! Δύσκολο; Οπωσδήποτε. Η φιλαυτία αξιολογείται ως αυτοπροστασία! Ο Χριστός όμως μας λέει, ότι σώζεται και προστατεύεται τελικά, μόνον ό,τι θυσιαστεί. Η εξωτερική λατρεία είναι εύκολη. Η λατρεία όμως του Θεού, από το πνεύμα μας και κατά το Πνεύμα του Θεού, είναι δύσκολη. Ο άγιος Μαρτίνος, επίσκοπος Tours, γράφει: «Δεν υπάρχει μια ζωή εδώ και μια «εκεί». Η ζωή είναι ΜΙΑ· η ζωή κατά Χριστόν· η ζωή που δίνει ο Χριστός».

Αυτή η ζωή που γεννιέται εξ ύδατος και πνεύματος και συνεχίζει να περπατιέται «ἐν πνεύματι καί ἀληθείᾳ», ξεδιψά τον άνθρωπο, τον μαθαίνει να αληθεύει, κάνει τις σχέσεις του ποιοτικές, τον ελευθερώνει από υποκατάστατα για την δίψα της καρδιάς του, γιατί πλέον (η καρδιά του) είναι «εμπεπλησμένη», αφού έχει βρει, όπως λέει στο κοντάκιό του ο Ρωμανός ο Μελωδός, την αγαλλίαση και την λύτρωση.

Εξήφθη, με του Χριστού τα λόγια η Σαμαρείτις

και δίψασε και άλλαξε η σειρά·

αυτή που προηγουμένως έδινε νερό, τώρα διψούσε·

και Αυτός, που τότε γύρευε νερό, τώρα ποτίζει·

αυτή που διψούσε, τώρα «δαψιλώς» το μοιράζεται∙

χωρίς να πιεί ποτίζει∙

ακόμα δεν γεύτηκε το νερό, και σαν μεθυσμένη απ᾿ αυτό,

φωνάζει στους ανθρώπους.

Ελάτε να δείτε το «Ποτό» που βρήκα!

Αυτός πράγματι είναι Εκείνος

πού «δωρείται» αγαλλίαση και λύτρωση»

ΠΗΓΗ ΙΝΦΟ ΕΝΟΡΙΑΚΟ

ΚΑΝΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ